Ενώ πληθαίνουν τα σενάρια για πρόωρες εκλογές, ο πρωθυπουργός επιμένει στο αφήγημα ότι θα εξαντλήσει την τετραετία
Οσο πληθαίνουν τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες κι όσο οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαρροές προς διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις τόσο πιο έντονα το Μέγαρο Μαξίμου επαναφέρει με απεγνωσμένο τρόπο τους δύο βασικούς πυλώνες του κυβερνητικού αφηγήματος: αφενός ότι οι εκλογές θα γίνουν οπωσδήποτε το 2027, αφετέρου ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει προσηλωμένη στον στόχο της αυτοδυναμίας, αφήνοντας στο περιθώριο κάθε συζήτηση περί συνεργασιών.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε λίγες ώρες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Παύλος Μαρινάκης και η Αλεξάνδρα Σδούκου έσπευσαν να εκπέμψουν το ίδιο ακριβώς μήνυμα. Ο πρωθυπουργός, σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο του CNN Κριστιάν Αμανπούρ, επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει κανονικά τη θητεία της και ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν το 2027.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι «δεν έχει καμία βάση να συνδέεται ο χρόνος των εκλογών με τον ανασχηματισμό» και επέμεινε πως «οι εκλογές θα γίνουν το 2027», αφενός γιατί αυτό είναι το συνεπές απέναντι στους πολίτες και αφετέρου γιατί η κυβέρνηση θέλει να προλάβει να παραδώσει έργα, να αυξήσει τον κατώτατο μισθό και να ολοκληρώσει τις εξαγγελίες της.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική ήταν η παρέμβαση της εκπροσώπου Τύπου της Ν.Δ., η οποία επιχείρησε να συνδέσει την εξάντληση της τετραετίας με την αξιοπιστία της κυβέρνησης. Η κυρία Σδούκου υποστήριξε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας «θεσμικός πρωθυπουργός», που θέλει να ολοκληρώνει τις κυβερνητικές θητείες, και ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί να λογοδοτήσει στους πολίτες με βάση τα πεπραγμένα της.
Την ίδια στιγμή, όμως, έδωσε και το πραγματικό πολιτικό στίγμα των επόμενων μηνών, τονίζοντας ότι το κόμμα μπαίνει στη μάχη «για να διεκδικήσει την αυτοδυναμία» και καλώντας ακόμα και τους δυσαρεστημένους ή απογοητευμένους ψηφοφόρους να σκεφτούν πολύ καλά το διακύβευμα των επόμενων εκλογών.
Πίσω από αυτή τη συντονισμένη επικοινωνιακή αντεπίθεση γίνεται ευδιάκριτη η αγωνία ενός κυβερνητικού επιτελείου που βλέπει τη φθορά να διευρύνεται. Την ώρα που η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση εμφανίζεται σε πολλές μετρήσεις να κινείται πάνω από το 60%, οι ίδιες δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν μια αύξηση στα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας, δείχνοντας ότι κινείται κοντά στο 30%, παρά τις καταγεγραμμένες διαρροές προς τη Μαρία Καρυστιανού αλλά και προς άλλους πολιτικούς χώρους.
Ενα παράδοξο που, ανεξαρτήτως της ερμηνείας του, λειτουργεί ξεκάθαρα υπέρ του κυβερνητικού αφηγήματος περί αυτοδυναμίας. Ετσι το Μαξίμου επιχειρεί να περιχαρακώσει τη βάση του και να ανακόψει τη φυλλορροή ψηφοφόρων, επαναφέροντας διαρκώς το δίλημμα της «σταθερότητας» απέναντι στην «οπισθοδρόμηση».
Οσο όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια διευρύνεται και νέα πολιτικά εγχειρήματα διεκδικούν χώρο τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση να πείσει ότι η συζήτηση για τις εκλογές του 2027 αφορά μόνο τον χρόνο διεξαγωγής τους και όχι την αγωνία διατήρησης της πολιτικής της κυριαρχίας.