Την ώρα που η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρα Κοβέσι κλιμακώνει τη θεσμική σύγκρουση με προσφυγή κατά της απόφασης του Αρείου Πάγου για τη διετή -και όχι πενταετή- ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, με την υπόθεση να είναι πιθανό να αποκτήσει και ευρωπαϊκή δικαστική συνέχεια, ο Γιώργος Φλωρίδης επιχείρησε με συνέντευξή του να παρουσιάσει μια εικόνα απόλυτης θεσμικής κανονικότητας και πλήρους κυβερνητικής αθωότητας, σ’ ένα γνωστό και συνάμα αποκρουστικό μοτίβο.
Επιδιδόμενος σε ξεδιάντροπα ψεύδη και ξεχνώντας την άκρως προσβλητική για τη θέση που κατέχει στάση του το προηγούμενο διάστημα, ο υπουργός Δικαιοσύνης τόνισε ότι «οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν καμία δουλειά από το Σύνταγμα εδώ και 100 χρόνια και καμία αρμοδιότητα και καμία δυνατότητα να εμπλέκονται στις υποθέσεις που αφορούν μεταβολές στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών και των εισαγγελέων», επαναλαμβάνοντας με έμφαση ότι «η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμία εμπλοκή στο θέμα αυτό. Απολύτως καμία, απολύτως». Η κυβερνητική μνήμη αποδεικνύεται εξαιρετικά βραχεία. Γιατί μέχρι χθες η Λάουρα Κοβέσι παρουσιαζόταν από κορυφαίους υπουργούς περίπου ως πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης.
Σήμερα, ο υπουργός Δικαιοσύνης ζητά να πιστέψουμε ότι ουδέποτε υπήρξε κυβερνητική αντιπαράθεση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση περί αρμοδιοτήτων. Οι δημόσιες τοποθετήσεις των ίδιων των κυβερνητικών στελεχών, όμως, λένε πολύ διαφορετική ιστορία. Ο Αδωνις Γεωργιάδης είχε φτάσει να δηλώνει ότι «όσο μας το επιτρέπει ακόμα η κυρία Κοβέσι, έχουμε δημοκρατία», ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κυβερνητικά στελέχη αμφισβήτησαν δημόσια τους χειρισμούς και τα κίνητρά της. Η σημερινή προσπάθεια να παρουσιαστεί όλο αυτό ως μια απλή διαφωνία περί αρμοδιοτήτων απέχει αισθητά από όσα παρακολούθησε η κοινή γνώμη τους τελευταίους μήνες.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε ο κ. Φλωρίδης και όταν επιχείρησε να περιορίσει τις διαστάσεις του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Υποστήριξε ότι, μετά την άρση ασυλίας των 11 βουλευτών, «η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρήγγειλε μια πραγματογνωμοσύνη… για να δει αν αυτά που είναι οι κατηγορίες… έχουν κάποια βάση» και ότι από αυτήν προέκυψε πως «αυτά τα οποία συμπεριλαμβάνονται στις κατηγορίες με βάση τις οποίες έγιναν οι άρσεις ασυλίας δεν ισχύουν».
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι υπήρχε πραγματογνωμοσύνη η οποία «έλεγε στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα θέμα με τους πρώην υπουργούς» και πως, ενώ βρισκόταν ήδη στα χέρια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, «δεν την έστειλαν». Για να καταλήξει ότι «δεν είναι η ελληνική κυβέρνηση ή η Βουλή των Ελλήνων η οποία δημιουργεί προσκόμματα».
Η επιχειρηματολογία αυτή, όμως, προσβάλλει την κοινή λογική και μεταφέρει τεχνητά το βάρος της συζήτησης από την ουσία του σκανδάλου στις διαδικαστικές πτυχές της έρευνας. Γιατί το πραγματικό πολιτικό γεγονός παραμένει αμετάβλητο και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξακολουθεί να διερευνά μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις διαχείρισης κοινοτικών κονδυλίων των τελευταίων ετών, που φέρει τη στάμπα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.