Μια ειδυλλιακή εικόνα για την ελληνική οικονομία επιχείρησε ακόμα μία φορά να παρουσιάσει ο Κωστής Χατζηδάκης σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Newsbomb, υποστηρίζοντας προκλητικά ότι «η χώρα ανεβαίνει», καθώς «την περασμένη δεκαετία βρισκόταν στο 60% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ τώρα βρίσκεται στο 70%».
Μόνο που η πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται από τους ίδιους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, έχει καταρρίψει εκκωφαντικά το κυβερνητικό success story που θα έμοιαζε με κακόγουστο ανέκδοτο, όμως πλέον αποτελεί τραγωδία για τα ελληνικά νοικοκυριά. Την ώρα που ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επιχειρεί να πείσει ότι η Ελλάδα καλύπτει με γοργούς ρυθμούς το χαμένο έδαφος της προηγούμενης δεκαετίας, η πιο πρόσφατη έκθεση της Eurostat κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μαζί με τη Βουλγαρία, ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης τόσο ως προς το ύψος των αποδοχών όσο και ως προς την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει στις τελευταίες οικονομικές προβλέψεις της ότι το υψηλό κόστος ζωής και οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζουν να εξανεμίζουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η δήλωση του κ. Χατζηδάκη «πώς περνάει χειρότερα η ελληνική κοινωνία όταν 560.000 ήταν άνεργοι και τώρα έχουν δουλειά; Πώς είμαστε χειρότερα όταν έχουν ανοίξει χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Πώς είμαστε χειρότερα όταν έχει ανέβει ο κατώτατος μισθός;» μοιάζει να αγνοεί το βασικό ερώτημα.
Πόση ουσιαστική αξία έχουν οι αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς όταν η ακρίβεια και το κόστος ζωής γονατίζουν τους πολίτες και η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς την αγοραστική δύναμη; Πίσω από τους θριαμβολογικούς τίτλους η Ελλάδα στα χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη βρίσκεται σταθερά στον πάτο της Ευρώπης σε όρους πραγματικού βιοτικού επιπέδου.
Στη συνέχεια, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, παρότι η Ν.Δ. ανιχνεύεται κάτω του 25%, εμφανίστηκε βέβαιος ότι η αυτοδυναμία παραμένει εφικτός στόχος, υπενθυμίζοντας ότι «τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2023 η Νέα Δημοκρατία στις δημοσκοπήσεις έπαιρνε 32% με 33% και στο τέλος έφτασε να έχει 41%», ενώ απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στους αναποφάσιστους, υποστηρίζοντας ότι «συνήθως προέρχονται από το κυβερνητικό στρατόπεδο» και ότι «ακόμα δεν έχουν τεθεί τα διλήμματα των εκλογών».