Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα φιλοξενηθεί στην Αγκυρα στις 7 και τις 8 Ιουλίου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα συμπέσει με την πρώτη επίσημη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Τουρκία.
- Του Εμμανουήλ Μπέζα*
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποδέχτηκε την πρόσκληση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της εντός της Συμμαχίας.
Η περσινή σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Χάγη ήταν μία από τις σημαντικότερες των τελευταίων ετών. Οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Η φετινή, πάντως, δύσκολα θα οδηγήσει σε αντίστοιχα καθοριστικές αποφάσεις. Ωστόσο, η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη συγκυρία, όχι απλώς ως οικοδέσποινα, αλλά ως κεντρικός παράγοντας της επόμενης στρατηγικής φάσης του ΝΑΤΟ.
Τα τέσσερα στρατηγικά πεδία της Τουρκίας
Η Τουρκία προσεγγίζει τη διαμορφούμενη διεθνή τάξη μέσα από τέσσερα στρατηγικά πεδία, επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσει τη διαπραγματευτική ισχύ της μεταξύ ανταγωνιστικών γεωπολιτικών κέντρων.
Πρώτον, παραμένει ενεργό μέλος του ΝΑΤΟ, διατηρώντας παράλληλα σχέσεις με τη Ρωσία.
Δεύτερον, καλλιεργεί μια στρατηγική συνεργασία με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, επιδιώκοντας να εξισορροπήσει την αυξανόμενη περιφερειακή ισχύ του Ισραήλ.
Τρίτον, συνεχίζει να τοποθετείται ως μεσαία δύναμη που ισορροπεί μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η συμμετοχή της στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σανγκάης ως «εταίρου διαλόγου» και το ενδιαφέρον της για τους BRICS αντανακλούν μια ευρύτερη στρατηγική ταυτόχρονης εμπλοκής με ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος.
Τέλος, επιδιώκει να αναγνωριστεί ως αυτόνομος πόλος στη Μέση Ανατολή, ασκώντας περιφερειακή επιρροή με δικούς της όρους και όχι απλώς ακολουθώντας την ατζέντα ισχυρότερων δυνάμεων.
Η Τουρκία, η Ουκρανία και το ΝΑΤΟ
Η σχέση της Τουρκίας με τη Μόσχα έχει προκαλέσει συχνά τριβές στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι δεσμοί αυτοί έχουν εξελιχθεί σε μία από τις βασικές πηγές διαπραγματευτικής ισχύος της Αγκυρας.
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι επιδιώκουν να απομακρύνουν την Τουρκία από τη Ρωσία. Επειδή όμως η Αγκυρα δεν ανταποκρίνεται στις πιέσεις, οι δυτικές κυβερνήσεις τις συνδυάζουν με κίνητρα, αναγνωρίζοντας την αυξανόμενη στρατηγική αξία της γείτονος. Εάν είχε ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη συλλογική στάση του ΝΑΤΟ, μεγάλο μέρος αυτής της διαπραγματευτικής ισχύος θα είχε εκλείψει.
Η Αγκυρα απέφυγε επίσης να επωμιστεί το οικονομικό κόστος του πολέμου στην Ουκρανία στον ίδιο βαθμό με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ωφελήθηκε από την αύξηση των αμυντικών εξαγωγών προς την Ουκρανία και κράτη που επιταχύνουν τον επανεξοπλισμό τους.
Αξιοποιεί επίσης τη θέση της ως δεύτερης μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης του ΝΑΤΟ σε ενεργό προσωπικό. Καθώς η Ουάσινγκτον εμφανίζεται λιγότερο πρόθυμη να επωμιστεί το κύριο βάρος της χερσαίας άμυνας της Ευρώπης, η Τουρκία προβάλλει ως αναγκαίος πυλώνας της μελλοντικής ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής.
Επωφελείται ακόμη από τον περιορισμένο διπλωματικό ρόλο της Ευρώπης στην κρίση με το Ιράν, καθώς παραμένει ένα από τα ελάχιστα μέλη του ΝΑΤΟ που διατηρούν διαύλους επικοινωνίας τόσο με τη Δύση όσο και με βασικούς περιφερειακούς παράγοντες.
Η περιφερειακή στρατηγική της Τουρκίας
Ενα modus vivendi μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν εξελίσσεται σε άτυπη στρατηγική σύμπλευση, με κοινό παρονομαστή την ανησυχία για την ολοένα πιο επιθετική περιφερειακή στάση του Ισραήλ και τη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με το Ιράν. Επιπλέον, οι τέσσερις χώρες επιδιώκουν τη διαμόρφωση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας με μικρότερη εξάρτηση από την αμερικανική ομπρέλα. Καθεμία συνεισφέρει διαφορετικά πλεονεκτήματα: η Τουρκία την αμυντική βιομηχανία και τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, η Αίγυπτος το δημογραφικό και στρατιωτικό βάρος, η Σαουδική Αραβία την οικονομική ισχύ και το Πακιστάν την πυρηνική αποτροπή και τις σχέσεις με την Κίνα.
Για την Αγκυρα, η σύμπλευση αυτή συμπληρώνει τη στρατηγική ενίσχυσης της επιρροής της στο ΝΑΤΟ, στη Μέση Ανατολή και στον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο.
Η τουρκική εξωτερική πολιτική αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της διαπραγματευτικής της ισχύος σε πολλαπλά γεωπολιτικά πεδία. Εκμεταλλεύεται τη σταδιακή μείωση της αμερικανικής εμπλοκής στην Ευρώπη, ενώ χρησιμοποιεί τις σχέσεις με τη Ρωσία για να ενισχύσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, αξιοποιεί τις περιφερειακές ανησυχίες για την ολοένα πιο επιθετική στάση του Ισραήλ, εμβαθύνοντας τη συνεργασία της με βασικούς εταίρους στη Μέση Ανατολή.
Ο συνδυασμός της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ, της στρατηγικής αυτονομίας και του περιφερειακού ακτιβισμού αυξάνει τη γεωπολιτική αξία της Αγκυρας. Αντί να επιλέγει μεταξύ συμμαχιών, επιδιώκει να καταστεί αναντικατάστατη για όλες.
Η Ελλάδα
Η σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Για το παραπάνω τετραμελές αναδυόμενο σχήμα συνεργασίας, το Ισραήλ αποτελεί πλέον την κύρια στρατηγική πρόκληση, έστω και για διαφορετικούς λόγους. Σε κρίση με την Τουρκία, η Ελλάδα θα επιδιώξει την υποστήριξη περιφερειακών παραγόντων. Η ευθυγράμμισή μας με το Ισραήλ καθιστά την Τουρκία πιο προσεκτική και ενδέχεται να ενισχύει τις δυνατότητές μας. Ταυτόχρονα, όμως, ωθεί άλλους περιφερειακούς δρώντες ακόμη πιο κοντά της.
Ανάλογη δυναμική διαμορφώνεται και στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία έχει ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ, καθιστώντας τον εαυτό της στρατηγικά πιο αναγκαίο για τους συμμάχους της από ό,τι η Ελλάδα. Αντίθετα, η ελληνική συμμόρφωση παράγει ολοένα μικρότερη πρόσθετη στρατηγική αξία. Η χώρα μας βρίσκεται πολιτικά πιο κοντά στους συμμάχους της, όμως αυτή η πολιτική εγγύτητα έχει δημιουργήσει στρατηγική απόσταση. Η Τουρκία είναι πολιτικά πιο απομακρυσμένη, αλλά στρατηγικά πιο πολύτιμη για τη Συμμαχία.
Η πλήρης ευθυγράμμιση της Ελλάδας με την πολιτική του Ισραήλ και του ΝΑΤΟ παραμένει η ασφαλέστερη επιλογή όσο στόχος είναι η διατήρηση της σημερινής ισορροπίας με την Τουρκία. Ομως η ισορροπία αυτή αμφισβητείται ολοένα περισσότερο τόσο από την Αγκυρα όσο και από τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Σε ένα περιβάλλον πέρα από το σημερινό status quo, η μη συμμόρφωση της Τουρκίας παράγει διαπραγματευτική ισχύ, ενώ η συμμόρφωση της Ελλάδας εξελίσσεται σε στρατηγικό μειονέκτημα. Η Τουρκία προετοιμάζεται για το στρατηγικό περιβάλλον του αύριο. Η Ελλάδα διασφαλίζει μόνο τις προϋποθέσεις του σήμερα.
*Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής