Η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής, η δολοφονική εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, που στέρησε τη ζωή στη μητέρα πολιτεύτριας της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεί αναμφισβήτητα μια πράξη απόλυτης κτηνωδίας.
- Κώστας Καββαδίας
Σε μια ώριμη, θωρακισμένη δημοκρατία ένα τέτοιο τραγικό γεγονός θα έπρεπε να προκαλέσει την άμεση, αρραγή συσπείρωση ολόκληρου του πολιτικού κόσμου απέναντι στη βία, με παράλληλη ενεργοποίηση των αρμόδιων Αρχών για τη σύλληψη και την παραπομπή των δραστών στη Δικαιοσύνη. Αντίθετα, αυτό που παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα μνημείο πολιτικού εκφυλισμού και χυδαιότητας. Μια άνανδρη δολοφονία μετατράπηκε, με εντολή Μαξίμου, σε «όπλο» μιας αδίστακτης προπαγανδιστικής μηχανής, με ξεκάθαρο στόχο την τεχνητή πόλωση, την κομματική συσπείρωση και την ηθική εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων.
Το έντονο προεκλογικό άρωμα αυτής της κυβερνητικής μεθόδευσης είναι πλέον ορατό διά γυμνού οφθαλμού, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου σπεύδει να μετατρέψει μια εθνική τραγωδία σε εκλογικό εργαλείο. Με το βλέμμα στραμμένο στις κάλπες, το κυβερνών κόμμα επιχειρεί να φανατίσει τα παραδοσιακά της ακροατήρια, δηλητηριάζοντας τα ένστικτα του εκλογικού σώματος για να ανακόψει τις διαρροές και να διασφαλίσει την κομματική του επιβίωση.
Το κυβερνητικό αφήγημα ξεδιπλώθηκε με μια προκλητική ταχύτητα που προδίδει αυτό το στρατηγικό σχεδιασμό και τα αντανακλαστικά εργαλειοποίησης. Προτού καν στεγνώσει το μελάνι των πρώτων ειδησεογραφικών τηλεγραφημάτων, προτού καν η Αστυνομία αποκτήσει την παραμικρή σαφή εικόνα για την ταυτότητα ή τα κίνητρα των δραστών, κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας έσπευσαν να δείξουν τον «ένοχο» ή καλύτερα τον ηθικό αυτουργό: την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση.
Ο γραμματέας του κυβερνώντος κόμματος κ. Κυρανάκης δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά σε αλλεπάλληλες παρεμβάσεις για «σπόνσορες» της τρομοκρατίας, συνδέοντας μικροπολιτικά την εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη με αόριστες έως ανιστόρητες συσχετίσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο κ. Σκέρτσος, ο οποίος έσπευσε να παρουσιάσει το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αθλιότητας, ισχυριζόμενος ότι ο «φασιστικός λόγος της αντιπολίτευσης οπλίζει το χέρι των τρομοκρατών».
Η γραμμή είχε δοθεί από τα ψηλά και επαναλήφθηκε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, ο οποίος κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι προσφέρει «ομπρέλα πολιτικής προστασίας» στο έγκλημα. Πρόκειται για μια μεθοδολογία παλαιάς κοπής, σκοτεινών εποχών, επικίνδυνη και βαθιά διχαστική. Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να επιβάλει μια αυταρχική εξίσωση στην ελληνική κοινωνία: όποιος ασκεί κριτική στην εξουσία παράγει «τοξικότητα» και η τοξικότητα αυτή νομοτελειακά οδηγεί σε δολοφονίες. Με αυτόν τον προσβλητικό συλλογισμό το Μαξίμου δεν επιδιώκει απλώς να συσπειρώσει το δεξιό του ακροατήριο, αλλά να επιβάλει μια ιδιότυπη ομερτά, επιδιώκοντας την πολυπόθητη αλλαγή ατζέντας, γεγονός που αποτύγχανε παταγωδώς να κάνει με διάφορους τρόπους το προηγούμενο διάστημα.
Μη μιλάτε για τα Τέμπη, μην αναφέρετε τις υποκλοπές, ξεχάστε το φιάσκο του ΟΠΕΚΕΠΕ, την ακρίβεια, την ενοίκια, τα «κόκκινα» δάνεια ή τις παλινωδίες στα Ελληνοτουρκικά. Οποιαδήποτε φωνή ελέγχου, οποιαδήποτε ανάδειξη των κυβερνητικών αποτυχιών βαφτίζεται αυτόματα ως «τροφοδότης των άκρων». Αυτή η τακτική, την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλλιεργεί συστηματικά εδώ και μια δεκαετία αισίως, αποτελεί την επιτομή της πραγματικής τοξικότητας. Τοξικότητα δεν είναι η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Τοξικότητα είναι να μην αποδέχεσαι τη δημοκρατική νομιμότητα του αντιπάλου σου, να τον παρουσιάζεις ως έναν ύπουλο, εσωτερικό εχθρό και, υπό το πρόσχημα αυτό, να αποφεύγεις τη σύγκρουση προγραμμάτων και επιχειρημάτων, «πλημμυρίζοντας τη ζώνη» με λάσπη.
Η κυβέρνηση, παρά τις διακηρύξεις της για «τάξη και ασφάλεια», βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δική της αποτυχία, καθώς η πραγματικότητα της καθημερινής ανασφάλειας τη διαψεύδει. Αντί λοιπόν να απολογηθεί, επιλέγει να «ρίξει στο μίξερ» τη δολοφονική επίθεση, τα γεγονότα των Προσφυγικών, την κοινοβουλευτική Αριστερά και την κοινωνική διαμαρτυρία, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα εσωτερικού διχασμού με εμφυλιοπολεμικές αναφορές. Κι αν η ρητορική του Μεγάρου Μαξίμου αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της πολιτικής τυμβωρυχίας, η πρόσφατη συγκέντρωση έξω από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης μετέτρεψε μια τραγωδία σε καθαρό, καλοκουρδισμένο τηλεοπτικό σόου.
Η σπουδή με την οποία η κομματική μηχανή της Νέας Δημοκρατίας και της ΟΝΝΕΔ βρέθηκε στον αύλειο χώρο ενός νοσοκομείου με τυπωμένα μπλουζάκια, για να δημιουργήσει σκηνικό πολιτικής διαμαρτυρίας, δείχνει ότι για το κυβερνών κόμμα η δολοφονική επίθεση της Θεσσαλονίκης ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επικοινωνιακό ρελάνς. Οι στιγμές και η δημοκρατική ομαλότητα απαιτούν ψυχραιμία και εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη (όπως διαρκώς ανέφεραν σε άλλες περιπτώσεις τα κυβερνητικά στελέχη), μακριά από κινήσεις που πυροδοτούν την πόλωση και τον διχασμό. Η υποκρισία όμως της ηγεσίας του Μαξίμου γίνεται ακόμα πιο εμφανής αν παρατηρήσει κανείς τη στάση της απέναντι στην ομόθυμη καταδίκη της επίθεσης από την αντιπολίτευση. Το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης αντέδρασαν αμέσως, ξεκαθαρίζοντας ότι η μόνη διαχωριστική γραμμή στον 21ο αιώνα είναι με τη βία ή απέναντι στη βία.
Προσπαθεί να φιμώσει την άλλη άποψη
Ομως η Νέα Δημοκρατία δεν ικανοποιείται με τη δημοκρατική καταδίκη. Απαιτεί δηλώσεις μετάνοιας με αναδρομική ισχύ, ζητεί τη φίμωση κάθε αντίθετης άποψης, λειτουργώντας όχι ως εγγυητής της θεσμικής ομαλότητας, αλλά ως κομματικός εισαγγελέας. Οταν λοιπόν η ίδια η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει πολιτικά πάνω σε ένα φέρετρο, το μήνυμα προς την κοινωνία είναι ζοφερό. Η δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει από την κριτική, τις αποκαλύψεις ή την έντονη πολιτική αντιπαράθεση. Κινδυνεύει από την προσπάθεια επαναχάραξης των παλαιών, διχαστικών γραμμών του παρελθόντος και από την αναβίωση του δόγματος του «εσωτερικού εχθρού».
Η αντιπολίτευση ορθώς αρνήθηκε να συρθεί σε αυτόν τον βούρκο, ακυρώνοντας τις προσπάθειες ταύτισής της με το έγκλημα. Η εργαλειοποίηση μιας τραγωδίας με σκοπό την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων αποτελεί μια επικίνδυνη προβοκάτσια που γυρίζει τη χώρα δεκαετίες πίσω. Οι πολίτες έχουν και μνήμη και κρίση, βλέπουν ποιος προσπαθεί να βάλει «φωτιά» στο πολιτικό σκηνικό για να διασώσει την εξουσία του με κάθε τίμημα, κι αυτό μόνο να οξύνει μπορεί το ήδη βαθιά τραυματισμένο συναίσθημα των πολιτών για το πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του.