Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για το κύκλωμα-μαμούθ φοροδιαφυγής που αποκάλυψε η ΑΑΔΕ, φωτίζοντας τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να λειτουργούσε το δίκτυο των εικονικών εταιρειών και των λεγόμενων «εξαφανισμένων εμπόρων». Η έρευνα της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος αποκαλύπτει έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό εικονικών συναλλαγών, με εκτιμώμενη ζημία 17 εκατ. ευρώ για το Δημόσιο, ενώ έχουν ήδη πραγματοποιηθεί τρεις συλλήψεις, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και κατασχέσεις χιλιάδων απομιμητικών προϊόντων.
Η Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (ΔΕΟΣ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων χαρτογράφησε ένα σύνθετο δίκτυο επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, το οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα των ελεγκτών, αξιοποιούσε εικονικές συναλλαγές, εταιρείες με σύντομο κύκλο ζωής και τους λεγόμενους «εξαφανισμένους εμπόρους», αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη εις βάρος των δημοσίων εσόδων.
Πώς έφτασαν οι ελεγκτές στα ίχνη του κυκλώματος
Η έρευνα βασίστηκε στη διασταύρωση στοιχείων από φορολογικούς ελέγχους, τα δεδομένα της ψηφιακής πλατφόρμας myDATA, το μητρώο επιχειρήσεων, αλλά και πληροφορίες σχετικά με τη μετοχική σύνθεση, τη διοίκηση και τη διαχείριση των εμπλεκόμενων εταιρειών.
Η ανάλυση αποκάλυψε ένα εκτεταμένο δίκτυο με έντονες διασυνδέσεις μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία παρουσίαζαν κοινό τρόπο λειτουργίας, παρόμοια διοικητική διάρθρωση και αντίστοιχη συναλλακτική συμπεριφορά.
Παράλληλα, νέες επιχειρήσεις ιδρύονταν αμέσως μετά τη διακοπή λειτουργίας προηγούμενων εταιρειών ή έπειτα από αλλαγές στη μετοχική τους σύνθεση, ενώ πολλές χρησιμοποιούσαν τις ίδιες επαγγελματικές διευθύνσεις, κοινά τηλέφωνα, τις ίδιες εγκαταστάσεις και παρόμοια εταιρικά σχήματα. Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν στενή οργανωτική σύνδεση μεταξύ των εμπλεκομένων.
Διασυνδέσεις με αλλοδαπούς και εικονικά τιμολόγια
Η έρευνα ανέδειξε ακόμη τη συμμετοχή αλλοδαπών προσώπων, τα οποία εμφανίζονται να είχαν παρουσία σε σειρά εταιρειών με παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και κοινή επιχειρηματική δομή. Οι περισσότερες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνταν στο χονδρικό εμπόριο ενδυμάτων, υποδημάτων και συναφών ειδών.
Από τον φορολογικό έλεγχο προέκυψε ότι η πλειονότητα των εταιρειών χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά για την έκδοση ή λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων ιδιαίτερα υψηλής αξίας.
Μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί εικονικές συναλλαγές ύψους 25 εκατ. ευρώ από ατομική επιχείρηση, 15 εκατ. ευρώ από ηλεκτρονικό κατάστημα (Ο.Ε.), ακόμη 25 εκατ. ευρώ από δεύτερη ατομική επιχείρηση, 2,5 εκατ. ευρώ από φυσικό κατάστημα (Ε.Ε.), 28 εκατ. ευρώ από άλλη ατομική επιχείρηση και 3,25 εκατ. ευρώ από εισαγωγική εταιρεία (Ο.Ε.).
Το κοινό «αποτύπωμα» στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν επίσης ότι διαφορετικές ελληνικές επιχειρήσεις του ίδιου δικτύου πραγματοποιούσαν συναλλαγές με τις ίδιες αλλοδαπές εταιρείες, χρησιμοποιώντας επανειλημμένα ίδιες εταιρικές σφραγίδες, στοιχεία ταυτοποίησης και λοιπά εμπορικά χαρακτηριστικά.
Το εύρημα αυτό ενισχύει, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, την εκτίμηση ότι οι εταιρείες λειτουργούσαν συντονισμένα, στο πλαίσιο ενός ενιαίου μηχανισμού φοροδιαφυγής.

Τρεις συλλήψεις και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων
Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί τρία άτομα, μεταξύ των οποίων μία αλλοδαπή γυναίκα, η οποία εξετάζεται ως πιθανή διαχειρίστρια και ιδιοκτήτρια μίας από τις βασικές επιχειρήσεις του κυκλώματος. Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, ενώ εμφανίζεται να δηλώνει άστεγη, φέρεται να διαμένει σε πολυτελή κατοικία 280 τετραγωνικών μέτρων με πισίνα στα βόρεια προάστια της Αττικής.
Στην υπόθεση περιλαμβάνονται ακόμη αλλοδαποί «εξαφανισμένοι έμποροι», οι οποίοι εμφανίζονται να πραγματοποίησαν αγορές εμπορευμάτων συνολικής αξίας άνω των 40 εκατ. ευρώ.
Μέχρι στιγμής, η έρευνα έχει καταλογίσει απώλειες 9,6 εκατ. ευρώ από μη αποδοθέντα ΦΠΑ και επιπλέον 8,3 εκατ. ευρώ από φορολογία εισοδήματος, ανεβάζοντας τη συνολική ζημία για το Δημόσιο στα 17 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, έχουν κινηθεί οι διαδικασίες για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων, ενώ οι αρχές έχουν ήδη κατασχέσει περισσότερα από 32.000 τεμάχια απομιμητικών προϊόντων. Η έρευνα της ΑΑΔΕ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με τους ελεγκτές να συνεχίζουν τη χαρτογράφηση του δικτύου και την αναζήτηση επιπλέον εμπλεκομένων.
