Με απροκάλυπτη κυνικότητα η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη επιχειρεί να ωραιοποιήσει την άσχημη πραγματικότητα που βιώνει η δημόσια εκπαίδευση, την ώρα που το δημογραφικό αδιέξοδο απειλεί τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας. Η ανέμελη ομολογία της ότι «από το 2016 έως το 2026 έχουν εγγραφεί στην α’ δημοτικού 30.000 λιγότερα παιδιά» συμπυκνώνει την παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης να στηρίξει την οικογένεια.
Πίσω από τη γραφειοκρατική λογική με την οποία η υπουργός ισχυρίζεται πως «η συγχώνευση σχολείων είναι το έσχατο μέτρο που κάθε φορά προτιμάται, και πάντα εντός του νομοθετικού πλαισίου», κρύβονται άδειες τάξεις, ερημωμένες γειτονιές και μια πατρίδα που γερνά αβοήθητη.
Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του υπουργείου πανηγυρίζει για τις προσλήψεις 36.000 αναπληρωτών εκπαιδευτικών σε δύο φάσεις μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, συντηρώντας εν γνώσει της το καθεστώς εργασιακής ομηρίας για χιλιάδες εκπαιδευτικούς. Μάλιστα, πολλοί αναπληρωτές θα μπουν καθυστερημένα στις σχολικές τάξεις ουσιαστικά από τον… Οκτώβριο, με πολλά παιδιά να μην κάνουν όλα τα μαθήματα τις πρώτες εβδομάδες λόγω της έλλειψης εκπαιδευτικών.
Αντί για τους αυτονόητους μόνιμους διορισμούς, η κυρία Ζαχαράκη καταδικάζει τους λειτουργούς της εκπαίδευσης σε μια διαρκή περιπλάνηση ανά την επικράτεια. Τους προσφέρει ως «αντίδωρο» καθυστερημένες υποσχέσεις για τη διπλή επιστροφή ενοικίου, αναφέροντας πως οι δικαιούχοι θα λάβουν τα ποσά για το 2024 στο τέλος Σεπτεμβρίου και για το 2025 στα τέλη Νοεμβρίου.
Επιπλέον η υπουργός επιδεικνύει μια προκλητική εμμονή στην προώθηση των μη κρατικών πανεπιστημίων, καλύπτοντας τις νομικές και θεσμικές προχειρότητες της μεταρρύθμισης. Ενώ παραδέχεται πως εκκρεμεί η επαναπιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, δηλώνει με αφοπλιστική ευκολία πως «θα φροντίσουμε με κάθε τρόπο να μη χαθεί η χρονιά».
