Προτού ακόμη ξεσπάσει η υπόθεση Μαζωνάκη -η οποία λειτουργεί ως αφορμή για να έρθουν στο φως και ευρύτερες πτυχές διαπλοκής γύρω και από τον ευρύτερο χώρο της Υγείας-, πίσω από κλειστές πόρτες είχε ήδη αρχίσει να κινείται ένας άλλος σχεδιασμός: Σύμφωνα με πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», βρίσκονταν σε εξέλιξη επαφές που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί, αλλά και έντονο lobbying, με στόχο μια ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη δημιουργία νέας κατηγορίας «longevity/anti-aging clinics».
Με απλά λόγια: επιχειρούνταν να αποκτήσουν ειδικό θεσμικό καθεστώς οι χώροι που τα τελευταία χρόνια ξεφύτρωσαν κυρίως στο Κολωνάκι και στα βόρεια προάστια και εξελίχθηκαν σε μια νέα, ιδιαίτερα προσοδοφόρα βιομηχανία: ιατρεία αντιγήρανσης, μακροβιότητας, αναγεννητικής ιατρικής και ευεξίας, που προς τα έξω συστήνονται συχνά ως «clinics».
Μόνο που, νομικά, «clinic» δεν σημαίνει απαραίτητα και κλινική.
Και εκεί ακριβώς βρισκόταν όλο το παιχνίδι.
Η ρύθμιση που προωθούνταν, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, θα δημιουργούσε μια νέα ή ειδικά ρυθμισμένη κατηγορία, με το επιχείρημα ότι το παραδοσιακό μοντέλο του ιδιωτικού ιατρείου δεν μπορεί πλέον να καλύψει το εύρος των υπηρεσιών, των παρεμβάσεων και του σύνθετου τεχνολογικού εξοπλισμού που διαθέτουν ορισμένες από αυτές τις μονάδες.
Δεν επρόκειτο κατ’ ανάγκην για πλήρη εξομοίωσή τους με τις ιδιωτικές κλινικές, όπως αυτές ορίζονται σήμερα από τη νομοθεσία.
Θα αποκτούσαν, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό: θεσμική υπόσταση.
Ενα νομικό «διαβατήριο» που θα τις απομάκρυνε από την έννοια του απλού ιατρείου και θα τις έφερνε πολύ πιο κοντά στην οργανωμένη κλινική μονάδα.
Αυτό, άλλωστε, είναι και το παράδοξο που εδώ και χρόνια περνά σχεδόν απαρατήρητο.
Χώροι που λειτουργούν με άδεια ιατρείου προβάλλονται προς το κοινό ως «longevity clinics», «anti-aging clinics», «regenerative medicine clinics» ή «well-being clinics». Διαθέτουν ακριβό και σύνθετο εξοπλισμό, προσφέρουν υπηρεσίες που ξεπερνούν κατά πολύ την εικόνα του κλασικού ιδιωτικού ιατρείου, αλλά ο όρος «clinic» που δεσπόζει στις ιστοσελίδες και στη διαφήμισή τους δεν αντιστοιχεί υποχρεωτικά σε αναγνωρισμένη νομική κατηγορία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το The Longevity & Well-being Clinic της γιατρού Καλλιόπης Καλαϊτζή, στο Κολωνάκι.
Στη δημόσια και εμπορική του ταυτότητα εμφανίζεται ως «clinic». Σε δημόσιες καταχωρίσεις, όμως, περιγράφεται ως ιατρείο με εξειδίκευση στη μακροζωία και την ευζωία.
Αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στο «clinic» της βιτρίνας και στο «ιατρείο» της άδειας ήταν ένα από τα ζητήματα που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, θα επιχειρούσε να καλύψει το νέο θεσμικό πλαίσιο.
Μέχρι που ήρθε η Καρνεάδου.
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στις 9 Σεπτεμβρίου, μέσα στο ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου ανέτρεψε μέσα σε λίγες ώρες τα δεδομένα. Η ρύθμιση πάγωσε.
Και, σύμφωνα με τις πληροφορίες, όσα μέχρι τότε συζητούνταν ως θεσμική «αναγνώριση» μιας ανερχόμενης αγοράς μπήκαν άρον άρον στο συρτάρι. Ο λόγος είναι προφανής.
Την ώρα που η έρευνα άρχισε να στρέφεται όχι μόνο στο τι ακριβώς συνέβη στην Καρνεάδου αλλά και στο πώς αδειοδοτούνται, πώς ελέγχονται και τι επιτρέπεται να κάνουν ανάλογοι χώροι, οποιαδήποτε νομοθετική κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναβάθμιση του καθεστώτος λειτουργίας τους θα προκαλούσε τεράστιες αντιδράσεις. Eτσι, η κατεύθυνση άλλαξε σχεδόν εν μια νυκτί. Από την «αναγνώριση» περάσαμε στον «αυστηρότερο έλεγχο».
Τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων.
Και τώρα έρχεται στην επιφάνεια το πραγματικό ερώτημα που για χρόνια έμενε θολό: τι ακριβώς μπορεί να γίνεται μέσα σε έναν χώρο αδειοδοτημένο ως ιδιωτικό ιατρείο;
Ποιος εγκρίνει τον εξοπλισμό του;
Ποιος ελέγχει τις πράξεις που πραγματοποιούνται;
Και σε ποιο σημείο ένα ιατρείο, λόγω εξοπλισμού, προσωπικού και σύνθετων ιατρικών παρεμβάσεων, παύει στην πράξη να είναι απλώς… ιατρείο;
Η υπόθεση της Καρνεάδου αποκάλυψε και κάτι ακόμη: το χάσμα ανάμεσα στην εμπορική εικόνα και τη νομική πραγματικότητα.
Ο χώρος αναφερόταν επανειλημμένα σε δημοσιεύματα ως «κλινική» ή ακόμη και ως «ιδιωτική κλινική».
Οι επίσημες αναφορές, όμως, μιλούν για «ιδιωτικό ιατρείο».
Και αυτή η μία λέξη κάνει όλη τη διαφορά.
Διότι πίσω από τον όρο «clinic» έχει στηθεί τα τελευταία χρόνια μια ολόκληρη νέα αγορά, με υψηλές χρεώσεις, προηγμένο εξοπλισμό και υπηρεσίες που παρουσιάζονται ως το μέλλον της μακροζωίας, της αντιγήρανσης και της αναγεννητικής ιατρικής.
Μόνο που το θεσμικό πλαίσιο έμεινε πίσω. Η υπόθεση Μαζωνάκη δεν έφερε, λοιπόν, μόνο στο μικροσκόπιο ένα συγκεκριμένο ιατρείο και δύο γιατρούς. Εβαλε φρένο σε έναν πολύ μεγαλύτερο σχεδιασμό. Εναν σχεδιασμό που, μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου, κινούνταν προς τη θεσμική αναγνώριση των νέου τύπου «clinics». Μετά την Καρνεάδου, το ερώτημα άλλαξε. Δεν είναι πια πώς θα αναγνωριστούν. Είναι πώς -και από ποιον- θα ελεγχθούν.
Βαρίδια πλέον Γεωργιάδης και Πλεύρης
Η υπόθεση της Καρνεάδου αγγίζει πλέον ευθέως και την πολιτική ηγεσία της Υγείας. Τον Μάιο του 2023 ο τότε υπουργός Υγείας Θάνος Πλεύρης συμμετείχε στο 1st Health Travel International Conference, διοργάνωση υπό την αιγίδα των υπουργείων Υγείας και Τουρισμού, με επίκεντρο τον ιατρικό και wellness τουρισμό. Στο ίδιο επίσημο πρόγραμμα βρισκόταν και η Ιωάννα Γάκα, παρουσιαζόμενη ως «Gynaecologist – Holistic Physician», ενώ συμμετείχε και ο Γιώργος Πατούλης. Ο Πλεύρης έχει επίσης αναγνωρίσει ότι γνώριζε τον Ηλία Θεοδωρόπουλο από το 2016, όταν είχε απευθυνθεί σε εκείνον για συμβουλές μετά τη σοβαρή περιπέτεια της υγείας του. Η γνωριμία αυτή δεν αποδεικνύει εμπλοκή του στην υπόθεση, αλλά καταγράφει προϋπάρχουσα προσωπική επαφή με πρόσωπο που αργότερα βρέθηκε στο επίκεντρο της Καρνεάδου. Για τον νυν υπουργό Μετανάστευσης το κλίμα είναι βαρύτερο ύστερα από την αποκάλυψη -που έκανε μαζί με τα σχετικά έγγραφα το ΠΑΣΟΚ- ότι η γνωριμία του κ. Πλεύρη με τον Θεοδωρόπουλο και τη Γάκα «είναι πολύ προγενέστερη, όταν το 2012 μαζί με το ζευγάρι των γιατρών ήταν στα ιδρυτικά μέλη του σωματείου Ελληνικό Ιατρονομικό Συμβούλιο». Ο ίδιος έδωσε την αστεία δικαιολογία ότι «είχαν απλώς συνυπάρξει σε ένα σωματείο»…
Ο σημερινός υπουργός Υγείας Αδωνις Γεωργιάδης από την πλευρά του επιτέθηκε δημόσια στη Γάκα και στον Θεοδωρόπουλο, υποστηρίζοντας ότι είχαν αποκρυφθεί μηχανήματα κατά τους ελέγχους και ότι η πλασμαφαίρεση θα έπρεπε να πραγματοποιείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Η σημαντικότερη πολιτική παραδοχή ήρθε, όμως, από τον ίδιο, καθώς αναγνώρισε ότι υπάρχει κρατική ευθύνη, την οποία όμως αρνήθηκε να αναλάβει και αυτός, διά της παραιτήσεως, αφού εκπροσωπεί το κράτος…
Αυτή η φράση πάντως βγάζει την υπόθεση έξω από τους τέσσερις τοίχους της Καρνεάδου. Οι έλεγχοι έγιναν, όμως κρίσιμα στοιχεία δεν εντοπίστηκαν εγκαίρως. Ετσι, η αλυσίδα φτάνει από τον Πλεύρη και τα «πάρα δώσε» του με τους προφυλακισμένους, μέχρι τον Γεωργιάδη, που σήμερα αναγνωρίζει αποτυχία των μηχανισμών εποπτείας. Η Καρνεάδου, λοιπόν, δεν είναι μόνο υπόθεση ιδιωτικής ιατρικής δραστηριότητας. Είναι και υπόθεση κράτους που έλεγξε αλλά δεν είδε εγκαίρως και ανοίγει εξ αντικειμένου θέμα πολιτικών ευθυνών και παραιτήσεων…