Η δημόσια παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη για την «αλαζονεία» υπουργών της κυβέρνησης δεν αντιμετωπίστηκε στο εσωτερικό της Ν.Δ. ως μια συνηθισμένη παρατήρηση ενός έμπειρου στελέχους προς νεότερους συναδέλφους του.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Η φράση ότι υπάρχουν υπουργοί του Κυριάκου Μητσοτάκη που «έχουν κουράσει» και πρέπει να «ξεκαβαλικέψουν» ήταν αρκετά βαριά ώστε να προκαλέσει συζητήσεις, αλλά και αρκετά προσεκτικά διατυπωμένη ώστε να μη μετατραπεί σε ευθεία επίθεση κατά του πρωθυπουργού. Η ίδια άλλωστε, στην ίδια συνέντευξη, έσπευσε να επαναλάβει ότι θεωρεί τον αδελφό της καλύτερη κυβερνητική επιλογή από τους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους του.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που κάνει την τελευταία της κίνηση περισσότερο πολιτική παρά επικοινωνιακή. Η Ντόρα Μπακογιάννη σκόπιμα δεν αμφισβητεί δημοσίως τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά χτυπώντας το «σαμάρι» ασκεί ολοένα σκληρότερη κριτική στο σύστημα εξουσίας που έχει διαμορφωθεί γύρω του. Και όσοι γνωρίζουν τη μακρά πολιτική διαδρομή της καταλαβαίνουν ότι, όταν μια τόσο έμπειρη πολιτικός επιλέγει να μιλήσει για «αλαζονεία» μέσα στην ίδια της την παράταξη, γνωρίζει πολύ καλά ποια συζήτηση ανοίγει.
Οι τελευταίες δηλώσεις, άλλωστε, δεν ήρθαν σε κενό αέρος. Τον περασμένο Απρίλιο η Ντόρα Μπακογιάννη είχε διαφοροποιηθεί δημόσια και στην υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, λέγοντας ότι θα έπρεπε να «διευκολύνει τον πρωθυπουργό και το κόμμα» και ουσιαστικά να αποχωρήσει. Η παρέμβασή της είχε ιδιαίτερο βάρος επειδή έγινε σε μια στιγμή κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρούσε ακόμη να διαχειριστεί πολιτικά την υπόθεση.
Η εικόνα που σχηματίζεται είναι εκείνη μιας πολιτικού η οποία δεν αισθάνεται υποχρεωμένη να περιμένει την κεντρική γραμμή του Μαξίμου προτού τοποθετηθεί. Η Μπακογιάννη επιλέγει όλο και συχνότερα να παρεμβαίνει αυτόνομα, είτε πρόκειται για πρόσωπα είτε για κυβερνητικές συμπεριφορές, και το γεγονός αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία ανοίγει σταδιακά η συζήτηση για τις επόμενες εθνικές εκλογές και, μαζί της, για την κατάρτιση των ψηφοδελτίων της Ν.Δ.
Εδώ βρίσκεται και το πιο ευαίσθητο σημείο της υπόθεσης. Στο «γαλάζιο» παρασκήνιο συζητείται εδώ και καιρό το πολιτικό μέλλον της Ντόρας Μπακογιάννη. Η ίδια δεν έχει ανακοινώσει τι ακριβώς προτίθεται να κάνει στις επόμενες εκλογές, ενώ κατά καιρούς έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο να μη συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο την κοινοβουλευτική διαδρομή της.
Παράλληλα, κυκλοφορεί εδώ και μήνες το σενάριο μετακίνησής της από τα Χανιά στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, όπως επιθυμεί η ίδια, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης αρνείται επίμονα να δώσει το πράσινο φως. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή της ρήξης, αλλά και πάλι πρόκειται, κατά τους γνωρίζοντες, μόνο για την κορυφή του παγόβουνου.
Το πραγματικό παρασκήνιο, άλλωστε, δεν αφορά μόνο τα «καλάμια». Αφορά το πολιτικό μέλλον της ίδιας της Ντόρας, όπως και του γιου της Κώστα Μπακογιάννη, και κατ’ επέκταση την πολιτική «διαδοχή» της ευρύτερης οικογένειας Μητσοτάκη. Γενικότερα, η «επόμενη ημέρα» στη Ν.Δ. αποτελεί το φόντο στο οποίο εκτυλίσσεται αυτή η αδελφική ρήξη, η οποία μάλιστα οδηγείται στα άκρα.
Για την Ντόρα Μπακογιάννη το Επικρατείας δεν θα ήταν απλώς μια διαφορετική εκλογική επιλογή. Θα της επέτρεπε να συνεχίσει την κοινοβουλευτική της παρουσία χωρίς να χρειαστεί να δώσει ακόμη μια εξαντλητική μάχη σταυρού στα Χανιά, που, κατά πολλούς, θα ήταν και επισφαλής.
Κατά τις πληροφορίες, η πρόφαση με την οποία συνοδεύει την άρνηση του Κ. Μητσοτάκη είναι ότι η τοποθέτηση της αδελφής του πρωθυπουργού σε εκλόγιμη θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας θα μπορούσε εύκολα να προκαλέσει κατηγορίες περί οικογενειοκρατίας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει κριτική για κλειστά συστήματα εξουσίας και μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε κορυφαίες θέσεις.
Στο περιβάλλον της Μπακογιάννη η επιχειρηματολογία αυτή φέρεται ότι αντιμετωπίζεται ως βολική δικαιολογία. Η πρώην υπουργός θεωρεί, σύμφωνα με όσα μεταφέρονται από συνομιλητές της, ότι η πολυετής πολιτική διαδρομή της και η κοινοβουλευτική παρουσία της δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της συγγενικής σχέσης της με τον πρωθυπουργό.
Διαβάστε περισσότερα στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας «δημοκρατία».