Δεκαέξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, η συνολική παραγωγή της χώρας υπολείπεται κατά 10% σε σύγκριση με το 2009. Βάσει της νέας έρευνας του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) με τίτλο «Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο 2000-2025», η ελληνική οικονομία έχει μεν στραφεί σε κλάδους με διεθνή εμπορευσιμότητα, ωστόσο η μεγέθυνση του ΑΕΠ οφείλεται κυρίως στις αυξημένες τιμές και όχι στον πραγματικό όγκο παραγωγής.
Η ευρύτερη σύνθεση της οικονομίας στους τρεις βασικούς τομείς (πρωτογενής, δευτερογενής, τριτογενής) παρουσιάζει στασιμότητα, έχοντας διαγράψει έναν πλήρη κύκλο κατάρρευσης και ατελούς ανάκαμψης. Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, Χρήστο Λούκα και Νίκο Ρώμπαπα, η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στη μετατόπιση προς τους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, οι οποίοι κέρδισαν 4,9 μονάδες του ΑΕΠ, ανατρέποντας το παλαιότερο καθεστώς που ευνοούσε την εγχώρια κατανάλωση. Η συζήτηση για τον μετασχηματισμό της οικονομίας, άλλωστε, αποτελεί κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει της προεκλογικής περιόδου, με τα κόμματα να ερίζουν τόσο για την αναπτυξιακή κατεύθυνση της χώρας όσο και για τους τελικούς αποδέκτες του μερίσματος ευημερίας.
Αύξηση μεριδίων μέσω ανατιμήσεων
Η διάκριση μεταξύ όγκου και τελικής αξίας αποτυπώνει ανάγλυφα την πραγματική εικόνα της εγχώριας παραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γεωργία, η οποία αύξησε το αποτύπωμά της στο 3,6% του ΑΕΠ καταγράφοντας άνοδο της αξίας της κατά 32%, την ώρα που ο πραγματικός της όγκος έχει συρρικνωθεί κατά 9% έναντι του 2009. Αντίστοιχη είναι η πορεία του χρηματοπιστωτικού και ασφαλιστικού τομέα, ο οποίος σκαρφάλωσε στο 5,1% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτήθηκε αποκλειστικά από τα υψηλά επιτόκια και τις προμήθειες, παρότι ο παραγόμενος όγκος υποχώρησε κατά 12%. Στον αντίποδα, το μερίδιο του δημοσίου τομέα μειώθηκε στο 15,1% πρωτίστως λόγω των μισθολογικών περικοπών, ακολουθώντας την ευρύτερη πτώση της οικονομίας.
Η άνοδος της μεταποίησης και η πτώση του εμπορίου
Η μεταποίηση συνιστά τη μοναδική εξαίρεση όπου η μεγέθυνση προήλθε οργανικά από την παραγωγή. Ο κλάδος, έχοντας απωλέσει σχεδόν το μισό της δυναμικής του έως το 2016, κατάφερε τα τελευταία χρόνια να ανακάμψει ραγδαία, ανεβάζοντας το μερίδιό του στο 9,1% του ΑΕΠ. Ιδιαίτερα θετικό είναι το πρόσημο και στην πληροφορική, η οποία παράγει 5% περισσότερο από το 2009, αν και το περιορισμένο της βάρος στην οικονομία δεν επαρκεί από μόνο του για να αλλάξει ριζικά το εθνικό μείγμα.
Σημαντικές πιέσεις καταγράφει ο ευρύτερος κλάδος εμπορίου, μεταφορών και τουρισμού, με τη συνολική του παραγωγή να υπολείπεται κατά 27% σε σχέση με το 2009. Το εμπόριο συρρικνώθηκε αισθητά, ενώ τα καταλύματα και η εστίαση αύξησαν θεαματικά τη βαρύτητά τους. Σύμφωνα με τη διαπίστωση των αναλυτών του ΚΕΦΙΜ, «η ελληνική οικονομία πουλά περισσότερο στους επισκέπτες της και λιγότερο στους κατοίκους της». Παράλληλα, τις βαρύτερες συνέπειες εξακολουθούν να υφίστανται οι κατασκευές, με παραγωγή 39% χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν την ανάγκη για στοχευμένες επενδύσεις που θα τονώσουν την παραγωγικότητα. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας: «Η μεταποίηση και η πληροφορική δείχνουν ότι αυτό μπορεί να γίνει. Χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, περισσότερες εξωστρεφείς επιχειρήσεις και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και, τελικά, το πραγματικό εισόδημα της χώρας».
