Αφωνία Μενδώνη σε επιστολή του μητροπολίτη Δράμας
Δεν ενημερώθηκε για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία για τα κειμήλια
Η αφωνία της Λίνας Μενδώνη απέναντι στους προβληματισμούς του μητροπολίτη Δράμας Δωροθέου για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και το φιάσκο με τις λειψανοθήκες που επέστρεψαν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, χωρίς τα ιερά λείψανα στο εσωτερικό τους προκαλούν νέα ερωτήματα για τους χειρισμούς του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο ιεράρχης καταγγέλλει ότι δεν ενημερώθηκε για τους όρους της συμφωνίας, ότι δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή του προς την υπουργό και ότι κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης παραμένουν αδιευκρίνιστες, την ώρα που η κυβέρνηση προβάλλει την επιστροφή των κειμηλίων ως επιτυχία.
Ο κ. Δωρόθεος αποκάλυψε πρόσφατα σε δηλώσεις του ότι απέστειλε επιστολή στη Λίνα Μενδώνη μόλις έγινε γνωστή η συμφωνία, κοινοποιώντας τη στο υπουργείο Εξωτερικών, στον Οικουμενικό Πατριάρχη, στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, απάντηση δεν έλαβε ποτέ. Παράλληλα, αίτημα συνάντησης των μητροπολιτών Δράμας και Ξάνθης με την υπουργό, στις αρχές Οκτωβρίου, δεν πραγματοποιήθηκε, με την αιτιολογία ότι είχε αυξημένες υποχρεώσεις.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι παραμένει άγνωστο τι ακριβώς συμφωνήθηκε. Το ζήτημα της κυριότητας των κειμηλίων είχε επισημάνει πρώτη η «δημοκρατία», αναδεικνύοντας τις σκιές που περιβάλλουν τους όρους της συμφωνίας. Ο μητροπολίτης Δράμας επανέρχεται τώρα στο ίδιο κρίσιμο ερώτημα, επικαλούμενος δηλώσεις του Βούλγαρου υπουργού Παιδείας περί παραχώρησης των κειμηλίων στην Ελλάδα για χρήση επί δέκα χρόνια.
Εφόσον ισχύει αυτή η πληροφορία, άλλο πράγμα είναι η χρήση και άλλο η κυριότητα, γεγονός που γεννά σοβαρές αμφιβολίες για το εάν διασφαλίζεται η οριστική επιστροφή των εκκλησιαστικών θησαυρών στην Ελλάδα. Η Λίνα Μενδώνη οφείλει να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς προβλέπει η συμφωνία και ποιες εγγυήσεις εξασφαλίστηκαν για την ελληνική πλευρά. Την ίδια ώρα, ο αριθμός των κειμηλίων που επιστρέφονται θεωρείται από τον κ. Δωρόθεο ελάχιστος σε σχέση με τον θησαυρό που αφαιρέθηκε το 1917 από μοναστήρια και εκκλησίες της περιοχής. Η παράδοση, μάλιστα, στη Βουλγαρία των οστών που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ προκαλεί πρόσθετες αντιδράσεις, καθώς, σύμφωνα με τον ιεράρχη, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση της ελληνικής πλευράς.
Η υπόθεση εκθέτει το υπουργείο Πολιτισμού σε κρίσιμα ερωτήματα. Η Λίνα Μενδώνη καλείται να απαντήσει τι ακριβώς συμφωνήθηκε, τι εξασφάλισε για την Ελλάδα και γιατί οι θεσμικές ενστάσεις του μητροπολίτη παραμένουν χωρίς απάντηση. Η προστασία της πολιτιστικής και εκκλησιαστικής κληρονομιάς απαιτεί διαφάνεια και ουσιαστικές εγγυήσεις, όχι πανηγυρισμούς πριν αποσαφηνιστούν οι όροι μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης.