Μπενανιαμίν Νετανιάχου: Επιβίωσε ανέλπιστα με τετραπλή στρατηγική
Το εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ απέδειξε πως όσο ο Νετανιάχου διατηρεί την εξουσία του πρωθυπουργού, παραμένει πανίσχυρος και πιο ανθεκτικός από κάθε αντίπαλό του
Ο Νετανιάχου δεν συγκέντρωσε το ποσοστό που χρειάζεται για να σχηματίσει κυβέρνηση. Παρά ταύτα, πέτυχε πολύ καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα από αυτό που θα μπορούσε να αναμένει οποιοσδήποτε κουβαλά τόσο βαριές «αποσκευές» στην πλάτη του.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Το προεκλογικό του αφήγημα δεν ήταν υποσχέσεις, ήταν προειδοποιήσεις. Κυρίως προς τους ψηφοφόρους να προετοιμαστούν επειδή το Ισραήλ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει «πραγματικό υπαρξιακό κίνδυνο».
Τρία χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς, έπειτα από έναν πόλεμο σε πολλαπλά μέτωπα που δίχασε την κοινωνία του Ισραήλ και κατάφερε να στρέψει μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας εναντίον της χώρας, ο Νετανιάχου συνεχίζει ως ο μοναδικός «προστάτης» που μπορεί να κρατήσει το καράβι μέσα σε «ειδικές» συνθήκες. Το Ισραήλ πρόκειται να εμπλακεί ξανά, για τρίτη φορά μέσα σε 18 μήνες, σε πόλεμο με το Ιράν, και θα διατρέχει κίνδυνο ακόμα και πυρηνικού πλήγματος, διαμήνυε πρακτικά.
Το αφήγημα, λοιπόν, ήταν ότι το Ισραήλ κινδυνεύει και μόνο εκείνος μπορεί να το προστατεύσει. Αποδείχτηκε ότι η συγκεκριμένη στρατηγική τού βγήκε. Που σημαίνει ότι προς το παρόν τουλάχιστον, ο Νετανιάχου παραμένει στην καρέκλα του, ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Το αν θα κρατήσει την εξουσία, βέβαια, παραμένει ανοιχτό.
Ο αντίπαλος συνασπισμός τού πρώην αρχηγού του στρατού Γκάντι Αϊζενκοτ είχε σταθερό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις και την ψυχολογική «φόρα» ότι θα κατάφερνε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία με τη στήριξη αποκλειστικά εβραϊκών κομμάτων.
Απέναντί τους, άλλωστε, είχαν έναν «στριμωγμένο» Νετανιάχου: Μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων παραμένει οργισμένη λόγω της άρνησής του να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Του χρεώνουν ότι επί μια τετραετία προσπαθούσε να καθυποτάξει τη Δικαιοσύνη για να διατηρήσει την εξουσία του. Ακόμα κι ότι δεν υποχρέωσε τους υπερορθόδοξους Εβραίους να συμμετάσχουν κι αυτοί στο βάρος της στρατιωτικής θητείας.
Τελικά, όμως, το Λικούντ, το κόμμα Νετανιάχου, ήρθε πρώτο. Η αντιπολίτευση του Γκάντι Αϊζενκοτ προσγειώθηκε κάτω από τις προβλέψεις των exit polls και πήρε 48 έδρες, ενώ χρειάζεται 61. Για να εξασφαλίσει πλειοψηφία, ο αντιπολιτευτικός συνασπισμός του Αϊζενκοτ θα πρέπει να συνεργαστεί με αραβικά κόμματα, δηλαδή με Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ. Να σημειωθεί ότι η προσέλευση ψηφοφόρων των αραβικών κομμάτων του Ισραήλ ήταν τόσο μεγάλη, που σημείωσαν ιστορικό ρεκόρ, εξασφαλίζοντας 19 έδρες.
Για να διατηρήσει την καρέκλα του, ο Νετανιάχου πρέπει να πείσει την κοινή γνώμη ότι μια συνεργασία με Αραβες βουλευτές θα αποτελεί απειλή για τη χώρα, αφού θα «παρέδιδε» εξουσία στον «εσωτερικό εχθρό». Ηδη πριν από τις εκλογές είχε αρχίσει τη συγκεκριμένη επικοινωνιακή καμπάνια.
Το ανέλπιστα καλό εκλογικό αποτέλεσμα για τον Νετανιάχου λοιπόν, που δεν κέρδισε ακριβώς αλλά ούτε έχασε, μεγάλα ΜΜΕ του Ισραήλ το αποδίδουν στο ότι «έπαιξε με τους φόβους των Ισραηλινών» για να διατηρήσει την εξουσία. Και πράγματι, ο Νετανιάχου υποστήριξε προεκλογικά, απευθυνόμενος στους Ισραηλινούς ψηφοφόρους, ότι, αν θεωρούσαν πως όσα συνέβησαν στις 7 Οκτωβρίου, μέρα τρόμου για το Ισραήλ, ήταν καταστροφή, τότε αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στον εφιάλτη που θα προκύψει από την ίδρυση ενός παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Οχθη. Το επιχείρημα ήταν τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά.
Επειδή προς το παρόν και ειδικά μετά την τρομοκρατική σφαγή της 7ης Οκτωβρίου η ίδρυση παλαιστινιακού κράτους θεωρείται ανέφικτη στο άμεσο μέλλον. Παρά ταύτα ο Νετανιάχου το έκανε σημαία. Κυριολεκτικά, μέσω γιγάντιων πινακίδων που διακήρυτταν «Yamin o Filastin», δηλαδή «Δεξιά (σ.σ.: το κόμμα Νετανιάχου) ή Παλαιστίνη».
Οσο διατηρεί την εξουσία του πρωθυπουργού ο Νετανιάχου είναι πανίσχυρος. Εκτός καρέκλας, όσο βρισκόταν εκτός εξουσίας, ήταν ευάλωτος. Από το 2020, για παράδειγμα, δικάζεται για διαφθορά. Οι κατηγορίες, τις οποίες ο ίδιος αρνείται, αφορούσαν παροχή ευνοϊκών μεταχειρίσεων σε επιχειρηματίες με αντάλλαγμα δώρα και θετική προβολή από τα ΜΜΕ.
Χωρίς εξουσία στα χέρια του ο Νετανιάχου δεν θα μπορούσε να αμυνθεί με παιχνίδια κατά των δικαστικών Αρχών, όπως όταν επιχείρησε να απομακρύνει τον γενικό εισαγγελέα που επέβλεπε τη δίωξή του.
Ουσιαστικά, ο Νετανιάχου επιβίωσε με αξιοθαύμαστο τρόπο, αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες, χάρη στην εξής στρατηγική 4 σημείων:
1 Παράταση του πολέμου για να παραμείνει στην εξουσία. Οπως συχνά γράφουν οι «New York Times», έχει καθυστερήσει ή μπλοκάρει συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός και συμβιβαστικές συμφωνίες στη Γάζα, όπως το 2024 και το 2025. Η διατήρηση της χώρας του σε κατάσταση παρατεταμένου ή ατελείωτου πολέμου έχει συμβάλει στην αποτροπή της κατάρρευσης της κυβέρνησής του. Οι μόνιμες έκτακτες ανάγκες ασφαλείας, άλλωστε, έχουν χρησιμεύσει και στο να καθυστερεί διαρκώς η μακροχρόνια δίκη του για διαφθορά που άρχισε το 2020.
2 Παρουσιάστηκε ως ο μοναδικός «προστάτης» του Ισραήλ. Προεκλογικά επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην εθνική ατζέντα και στις εξωτερικές κρίσεις ασφάλειας, όπως η Χεζμπολάχ ή το Ιράν.
3 Κατάφερε να περιθωριοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, παρουσιάζοντάς τους ως αδύναμους και ανίκανους για να «θωρακίσουν» το Ισραήλ. Τακτική που η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να αντικρούσει.
4 Οσο περισσότερο μιλούσε για μελλοντικές κρίσεις ασφαλείας που έρχονται τόσο περισσότερο ο Νετανιάχου κατάφερνε να αποποιείται την ευθύνη για τις αποτυχίες στον τομέα της ασφάλειας, όπως η 7η Οκτωβρίου, τις οποίες δεν είχε καταφέρει να αποτρέψει.
ΜΠΕΝΙΑΜΙΝ ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ
Υπηρεσιακός πρωθυπουργός Ισραήλ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε το 1949 στο Τελ Αβίβ. Σπούδασε στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης και εκλέχτηκε πρώτη φορά στο ισραηλινό Κοινοβούλιο ως μέλος του κόμματος Λικούντ το 1988. Διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών (1988-91) και υφυπουργός του πρωθυπουργού Γιτζάκ Σαμίρ (1991-92). Εξελέγη πρωθυπουργός για πρώτη φορά το 1996 και έμεινε ως το 1999. Επανήλθε στην πρωθυπουργία το 2009, το 2013, το 2015 και τον Δεκέμβριο του 2022 έγινε πρωθυπουργός για πέμπτη φορά. Ανέκαθεν τασσόταν κατά της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους και είχε αποκαλέσει τις ειρηνευτικές συνομιλίες «χάσιμο χρόνου». Εχει συγκρίνει το Ιράν με τη ναζιστική Γερμανία και το 2015 δήλωσε πως «ο Αδόλφος Χίτλερ δεν ήθελε να εξοντώσει τους Εβραίους» αλλά «να τους απελάσει». Εχει εμπλακεί σε σημαντικά σκάνδαλα (υποκλοπών, διαφθοράς, κράτους δικαίου κ.ά.). Στις 20 Μαΐου 2024 ο Καρίμ Αχμάντ Χαν, επικεφαλής εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ζήτησε να εκδοθεί εναντίον του διεθνές ένταλμα σύλληψης, με κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
