Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Γιώργου Παπαδάκη ήταν ότι, ενώ υπηρετούσε πιστά την πολιτική γραμμή του σταθμού, έβρισκε πάντοτε τον τρόπο να ακουστεί ισχυρά και η άλλη άποψη
Συνάντησα για τελευταία φορά τον Γιώργο Παπαδάκη στα πλατό των Κapa studios, από όπου εκπέμπει ο ΑΝΤ1, τον Φεβρουάριο του 2024. Ηταν η εποχή που κυριαρχούσε στην πολιτική ατζέντα το ζήτημα του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών.
- Του Μανώλη Κοττάκη
Την προηγουμένη μού είχαν τηλεφωνήσει ο αδερφός του ο Αντώνης και η αρχισυντάκτριά του Αννυ Ζιώγα να με προσκαλέσουν για την επομένη και από το βάθος ακουγόταν η φωνή του «έλα, έλα να τα ρίξεις!»
Μου φάνηκε περίεργο, γιατί εκείνη την περίοδο η ατμόσφαιρα στα μέσα ενημέρωσης ήταν καθολικά υπέρ του γάμου και φωνές σαν τη δική μου ακούγονταν ως παραφωνία. Αλλά το πρωί που κατέβηκα στο υπόγειο όπου είναι τα στούντιο και τον συνάντησα μαζί με τη Μαρία Αναστασοπούλου κατάλαβα το γιατί. «Τα μηνύματα που παίρνουμε από τους τηλεθεατές είναι συντριπτικά εναντίον του γάμου» μου είπε συνωμοτικά στο αυτί και πρόσθεσε: «Πες αυτά που πιστεύεις».
Δεν ήταν και πολύ εύκολο, γιατί, όταν βρίσκομαι μπροστά στο μικρόφωνο, είμαι γενικώς άτακτος για τη συνήθη πολιτική ορθότητα, εκτός γραμμής, αλλά έπρεπε να το κάνω, γιατί αυτό έλεγε η συνείδησή μου. Με προσοχή όμως, γιατί δεν ήθελα να προσβάλω κανέναν. Θυμάμαι ότι είπα κάτι που ενόχλησε το Μέγαρο Μαξίμου: Οτι ακόμα και ο άθεος ΣΥΡΙΖΑ κάλεσε την Εκκλησία στην Επιτροπή της Βουλής όταν επρόκειτο να νομοθετήσει για την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ η θρησκευόμενη Νέα Δημοκρατία, που καλεί μέχρι και τον τελευταίο εξωραϊστικό σύλλογο για διαβούλευση, απέκλεισε τους ιεράρχες μας από τη Βουλή όταν συζητούσαν το νομοσχέδιο για τον γάμο.
Από τότε μέχρι που κρέμασε τα παπούτσια του δεν τον ξαναείδα, όχι με δική του ευθύνη. Αλλά αισθάνομαι την υποχρέωση σήμερα να γράψω για εκείνον για τρεις λόγους: Πρώτον, γιατί όσοι δεν ξέρουν από μέσα ενημέρωσης και ειδικώς τηλεόραση δεν μπορούν να διανοηθούν πόσο δύσκολο είναι αυτό που έκανε ο Γιώργος και ακόμα μία γενιά σπουδαίων Ελλήνων δημοσιογράφων οι οποίοι παρέμειναν για πάρα πολλά χρόνια στην κορυφή των προτιμήσεων των τηλεθεατών (Χατζηνικολάου, Στάη, Τρέμη, Νικολούλη, Αυτιάς κ.ά.).
Δεύτερον, διότι η κυρίαρχη ελίτ πολλές φορές χαρακτήριζε τον Γιώργο λαϊκιστή, χωρίς να μπει ποτέ στη διαδικασία να καταλάβει πώς εκείνος (αλλά κι άλλοι) ήταν τόσο αγαπητοί στον λαό. Και, τρίτον, για να επισημάνω ότι μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Παπαδάκη οφείλεται στον Μίνωα Κυριακού, ο οποίος έχτισε τον ΑΝΤ1 ως μία οικογένεια, η οποία εξέπεμπε πάντοτε προς τον ελληνικό λαό συναίσθημα, αλληλεγγύη και ενδιαφέρον. Παράδοση που διατηρείται εν πολλοίς μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με τους σταθμούς των εργολάβων που έκαναν τότε κατήχηση στον κυνισμό.

Πολλοί θεωρούν ότι τα φώτα είναι εύκολη υπόθεση. Δεν είναι. Για να γίνει αυτό που έγινε ο Γιώργος (και όσοι τον ακολούθησαν) άλλαξε τη ζωή του. Ξυπνούσε στις τρεις ή στις τέσσερις τα χαράματα για να είναι στην ώρα του στις έξι το πρωί αξημέρωτα στην αρχή στο στούντιο Φάρος, που ήταν στο Μαρούσι, λίγο πιο κάτω από το Agora Center (που ήταν τα κεντρικά γραφεία του ΑΝΤ1) και αργότερα στα Κapa studios στα Σπάτα. Για να το κάνεις αυτό, απαιτείται ζωή καλογερική. Προσεκτική. Χωρίς εξόδους, αλκοόλ και τα λοιπά.
Αλλά το ακόμα πιο δύσκολο, που το καταλαβαίνουν άριστα όλα τα παιδιά που κάνουν πρωινές εκπομπές, είναι το να είσαι 4 ώρες κάθε μέρα στον αέρα. Με τα φώτα πάνω σου. Με τον σκηνοθέτη σου και τον αρχισυντάκτη σου στο αυτί να σου μιλούν συνεχώς. Με τους ρεπόρτερ στους δρόμους. Με τους προσκεκλημένους σου οι οποίοι μπορεί να έχουν έρθει με λυμένα τα ζωνάρια για καβγά. Με την προσοχή σου τεταμένη και τα ανακλαστικά σου σε εγρήγορση σε περίπτωση που συμβεί κάτι έκτακτο.
Φοβερές ταχύτητες
Στο τέλος κάθε μέρας, μόλις κλείνουν τα φώτα, αισθάνεσαι σαν να έχεις τζετ λαγκ από ταξίδι Νέα Υόρκη – Αθήνα. Από την υπερένταση των αισθήσεων. Και ένα δευτερόλεπτο αρκεί στην τηλεόραση για να εκτεθείς. Μπορεί να περάσει από μπροστά σου το τρένο της είδησης και να μην επιβιβαστείς ποτέ, επειδή είχες το μυαλό σου αλλού. Το μυαλό πρέπει να τρέχει με φοβερές ταχύτητες.
Ο Γιώργος δεν ησύχαζε ποτέ. Ηταν συγκεντρωτικός, τελειομανής και δύσκολος. Από το 2015 (που με κάλεσε μια φορά που είχε ως αποτέλεσμα να αντιδικήσω με τον Τέρενς Κουίκ και να γίνουμε από τότε οι καλύτεροι φίλοι) μέχρι το τέλος ήθελε τα πράγματα να γίνονται στην εντέλεια. Διάβαζε αναλυτικά τις εφημερίδες πριν βγει στον αέρα, είχε ένα τασάκι για το τσιγάρο του διαλείμματος με λίγο καφέ, κουλούρια και τυρόπιτες που έστελναν οι τηλεθεατές (τοποθετημένα σε ένα τραπεζάκι που δεν το έπιανε η κάμερα) και όταν έπεφτε βίντεο ή διάλειμμα, έδινε συνεχώς οδηγίες στους συνεργάτες του και τους εικονολήπτες.
Σε μία από τις εμφανίσεις μου στην εκπομπή του, μεταξύ 2021 και 2024, στην οποία με καλούσε μια φορά τον μήνα, παρά τις αντίθετες οχλήσεις του Μαξίμου, εκνευρίστηκε, θυμάμαι, γιατί κατά λάθος το τηλεοπτικό συνεργείο πήγε στο υπουργείο Εσωτερικών στην πλατεία Κλαυθμώνος και όχι στο άλλο κτίριό του στη Βασιλίσσης Σοφίας, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη μια πορεία δημοσίων υπαλλήλων και ήθελε να κάνει απευθείας σύνδεση.
Βγήκε από το στούντιο στο διάλειμμα, άρχισε να καπνίζει, να πηγαίνει πέρα δώθε και στο τέλος είπε στον Γιώργο Γρηγοριάδη (δεν θυμάμαι αν ήταν η Μαρία Αναστασοπούλου εκείνη τη μέρα, γιατί τις Πέμπτες είχε βραδινή εκπομπή και απουσίαζε τις Παρασκευές) να συνεχίσει ο ίδιος την εκπομπή με τη βοήθειά μου με ερωτήσεις απαντήσεις μέχρι να ηρεμήσει. Τον… μάλωσα, του είπα πως δεν αξίζει τον κόπο τόσο άγχος. Μου έδωσε δίκιο και μου αποκάλυψε πως είχε νοσηλευτεί μερικές μέρες μυστικά εξαιτίας τέτοιων εκρήξεων.
Η έννοια του να φτάνει η φωνή της κοινωνίας προς τα έξω τον οδηγούσε ακόμα και σε υπερβολές αυτού του τύπου. Αλλά αυτός ήταν ο Παπαδάκης: «Ο Captain! Μy captain». Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του χαρακτήρα του μάλιστα ήταν ότι, ενώ υπηρετούσε πιστά την πολιτική γραμμή του σταθμού, έβρισκε πάντοτε τον τρόπο να ακουστεί ισχυρά και η άλλη άποψη. Ηταν της δημοκρατικής παράταξης, μα δύσκολα χρωματιζόταν.
Αλλά αυτό που έκανε, να ενημερώνει κάθε μέρα τους Ελληνες για 34 χρόνια για το τι είναι σημαντικό για τη ζωή τους και τι όχι ξυπνώντας από τα χαράματα και περνώντας το τετράωρο τζετ λαγκ με την Αννυ, τον Αντώνη και τα άλλα παιδιά, ειλικρινά σας λέω δεν πληρώνεται με όλα τα λεφτά του κόσμου. Γι’ αυτό τον σέβομαι.
Νέα πρότυπα
Γι’ αυτό σέβομαι επίσης όλη τη γενιά του Παπαδάκη, η οποία, παρά τα ρίσκα που έπαιρνε για την υγεία της, δεν σταματούσε ποτέ να κωπηλατεί. Η επιτυχία του Παπαδάκη, ο οποίος δεν είχε τελειώσει κανένα πανεπιστήμιο, οφειλόταν στο ότι ήταν γειωμένος με την κοινωνία. Ενιωθε! Στις μέρες μας είναι δύσκολο να νιώθεις χωρίς να έχεις βιώματα. Στις μέρες μας το πρότυπο είναι οι «άνιωθοι», όπως τους λέει σε έναν νεολογισμό ο φίλος μου ο Γρηγόρης. Εκείνος, από μικρός στα βάσανα, ήξερε πού έπρεπε να είναι σοβαρός και πού πρέπει να κάνει το αστείο. Πού έπρεπε να κοντράρει και πού έπρεπε να υποχωρήσει. Πού έπρεπε να επιμείνει στο θέμα και πότε πρέπει να φύγει από το θέμα. Πότε έπρεπε να αφήσει την κόντρα μεταξύ των πολιτικών να εξελιχθεί και πότε να τη σταματήσει.
Αυτά τα μαθαίνεις μόνος σου. Δεν μπορεί να σου τα μάθει κανένας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν πως οι τηλεθεατές του, όταν τον έβλεπαν, ένιωθαν το ενδιαφέρον του για τα προβλήματά τους. Είχα ακούσει εκείνη την εποχή πολλούς πολιτικούς να διαμαρτύρονται για τα «πρωινάδικα», όπως χλευαστικά αποκαλούσαν τις εκπομπές της τηλεόρασης, γιατί πίεζαν συνέχεια για επιδόματα και για μονιμοποιήσεις συμβασιούχων δημοσίων υπαλλήλων. Για αυξήσεις στις συντάξεις. Το θεωρούσαν λαϊκισμό και άγος.
Ομως αυτή η ψευτοελίτ δεν έκανε αυτοκριτική για το γεγονός ότι η ίδια ήταν η πρώτη που παραβίαζε τον νόμο και καθιστούσε πολιτικούς ομήρους νέους ανθρώπους με συμβάσεις προκειμένου να κερδίζει την ψήφο τους. Είχε αποφασίσει να αντικαθιστά την απώλεια εισοδήματος των Ελλήνων με επιδόματα και αναδρομικά για να καλύψει το γεγονός ότι χάριζε πολλά σε ελάχιστους. Της έφταιγε ο Παπαδάκης λοιπόν, όταν έδινε βήμα σε κάθε αδικημένο να πει το πρόβλημά του. Υποχρέωσή του ήταν, καθήκον του ήταν. Από την ίδια φτώχεια είχε βγει.
Στην επιτυχία του όμως αυτή, πρέπει να το σημειώσουμε, καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο Μίνωας Κυριακού, που αποφάσισε να κάνει τον ΑΝΤ1 ένα οικογενειακό κανάλι από την πρώτη μέρα της εκπομπής του. Και προς τα μέσα και προς τα έξω. Ο ίδιος ο καναλάρχης ήταν διαρκώς παρών σε όλες τις εκδηλώσεις του σταθμού του. Μαζί με τις φίρμες του. Σε κάθε εκλογική βραδιά τον θυμάμαι πάντοτε στον μπουφέ συνοδευόμενο από τον Χαραμή και τη Λόλα Νταϊφά ανάμεσά μας να μιλά με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δημοσκόπους, με τους ηθοποιούς χωρίς το παραμικρό τουπέ. Οικοδεσπότης.
Το πλέον σημαντικό όμως είναι ότι ο σταθμός αυτός από την πρώτη μέρα της εκπομπής του με τον Τέρενς Κουίκ στο τιμόνι της ενημέρωσης εξέπεμπε (ακόμα και με τα χρώματα που είχαν επιλεγεί για τα σκηνικά για να φτάνουν μέσα στα σπίτια των Ελλήνων) ζεστασιά. Κάτι που διατηρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα που διανύουμε την εποχή του κυνισμού.
Εκτόξευση
Ο Παπαδάκης ανέλαβε την πρωινή εκπομπή το 1992, όταν ο Κυριακού αποφάσισε να κάνει άνοιγμα στην ενημέρωση σε μία ώρα όπου οι τηλεοράσεις έπαιζαν παιδικά και οι διαφημιστές μαζί με την AGB αδιαφορούσαν για τους αριθμούς. Αντελήφθη γρήγορα τις ανάγκες μιας ανερχόμενης κοινωνίας που χρειαζόταν ενημέρωση λίγο πριν αναχωρήσει για τις εργασίες της ή ψυχαγωγία για τις νοικοκυρές και εκτοξεύτηκε.
Ο Γιώργος Παπαδάκης και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι της εποχής εκείνης -σκηνοθέτης μου στην ΕΡΤ ήταν ο Γιώργος Νταούλης, επιτελικό στέλεχος του ΑΝΤ1 και κουμπάρος με τον Μίνωα Κυριακού, και έχω ακούσει άπειρες ιστορίες- δικαίωσαν τη μάχη που δώσαμε για την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είμαι σίγουρος ότι ισχύουν ακριβώς τα ίδια συνολικά για την τηλεόραση σήμερα, 37 χρόνια μετά, αλλά ας μη μιζεριάζουμε. Το παράδειγμα του Γιώργου, που ανήκει μαζί με τη Σεμίνα Διγενή, τον Νάσο Αθανασίου, τον Γιάννη Δημαρά, τον Γιώργο Λιάνη και τον αείμνηστο Κώστα Χαρδαβέλλα (μαζί ξεκίνησαν όλοι αυτοί) σε μια γενιά που δεν ησυχάζει ποτέ, θα αποτελέσει πρότυπο.
Αριστα τα πτυχία, τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά, μα όλα αυτά αποκτούν υπεραξία αν συνοδεύονται από αυτό που ονομάζουμε αντίληψη. Ματιά. Το ’χει γράψει κάποτε πολύ ωραία η Λίνα Νικολακοπούλου: «Ελλάδα είναι το βλέμμα μου, ο τρόπος που κοιτάζω τον κόσμο». Οπως κοίταγε ο Παπαδάκης τον κόσμο με τους συνεργάτες του, ως μια αγκαλιά, ας τον κοιτάζουμε κι εμείς. Αλλιώς, χωρίς αγάπη και έννοια για τον διπλανό, δεν έχει μέλλον αυτός ο κόσμος. Καλύτερα να τον παραδώσουμε στα ρομπότ.

