Θέλεις να βγεις και να πιεις; Παίρνεις ταξί. Είσαι με παρέα; Ο οδηγός ΔΕΝ πίνει γουλιά αλκοόλ. Τόσο απλά και ξεκάθαρα. Οπως έπρεπε να γίνεται εδώ και δεκαετίες
Οφείλουμε να είμαστε δημοσιογραφικά ακριβοδίκαιοι. Οπως, λοιπόν, καταγράφουμε τη «γαλάζια» οσμή που αναδίδεται από σειρά σκανδάλων, έτσι πρέπει να ανδεικνύουμε και τα (λίγα) καλά της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Δύο από αυτά έχουν να κάνουν με τη ζωή όλων. Θεωρώ ότι το ένα μέτρο, το οποίο ήδη εφαρμόζεται, έχει αρχίσει να διαμορφώνει κουλτούρα και να διαφοροποιεί την άθλια συνήθεια δεκαετιών, το άλλο, που οσονούπω έρχεται, μπορεί να αποτελέσει μια πρώτη «ασπίδα» στην ασύδοτη έκθεση ανηλίκων και στις δραματικές συνέπειες που (τους) προκαλεί ο εθισμός στο διαδίκτυο.
1 Από την ημέρα που θυμάμαι τον εαυτό μου έχω έντονες μνήμες για ανθρώπους που οδηγούσαν μεθυσμένοι. Στην καλύτερη περίπτωση έχοντας πιει μερικά ποτήρια, στη χειρότερη «βαδίζω και παραμιλώ». Το περιβόητο «εμένα δεν με πιάνει το ποτό» αποτελούσε την πιο ηλίθια και επικίνδυνη δικαιολογία, που σαν μεταφερόμενο DNA περνούσε από γενιά σε γενιά ως δήθεν μαγκιά, όχι ως καταστροφική πραγματικότητα. Οποιος ισχυριστεί ότι δεν έχει έστω μία φορά στη ζωή του οδηγήσει πιωμένος, είναι παντρεμένος με το ψέμα.
Οι περισσότερες οικογένειες σε τούτη τη χώρα έχουν, δυστυχώς, θρηνήσει δικούς τους ανθρώπους από τροχαία δυστυχήματα. Σπίτια έχουν κλείσει. Τα εικονοστάσια που υπάρχουν παντού στους ελληνικούς δρόμους είναι ανθρώπινες ψυχές (νέων παιδιών στη συντριπτική πλειονότητα) που «έφυγαν» άδικα. Η κατανάλωση ποτού αποτελεί κυρίαρχη αιτία αυτών των δυστυχημάτων. Ο οδηγός γίνεται πάντα «κίνδυνος θάνατος» για τον ίδιο, τους συνεπιβάτες αλλά και όποιον αμέριμνο έρχεται από «απέναντι» και δεν μπορεί να αντιδράσει.
Από την ημέρα που άρχισε να λειτουργεί ο νέος ΚΟΚ και τα αλκοτέστ είναι άπειρα, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας, είναι ξεκάθαρο ότι ο Ελληνας άρχισε να «μαζεύεται». Δυστυχώς, ότι δεν στρώνει συνειδητά, πρέπει να στρώνει με «μπαμπούλα». Στην απειλή ότι θα του πάρουν το δίπλωμα, ότι θα πάει Αυτόφωρο, ότι θα πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά του, ότι ενδεχομένως να τα χάσει όλα, ο μέχρι πρότινος «εμένα δεν με πιάνει το ποτό» έστριψε το τιμόνι. Και συνέβη το αυτονόητο. Θέλεις να βγεις και να πιεις; Παίρνεις ταξί. Είσαι με παρέα; Ο οδηγός ΔΕΝ πίνει γουλιά αλκοόλ. Τόσο απλά και ξεκάθαρα. Οπως έπρεπε να γίνεται εδώ και δεκαετίες.
Χρειάστηκε όμως η απειλή, ο «μπαμπούλας». Δυστυχώς, ας είμαστε ειλικρινείς, πολλές φορές αυτό πιάνει περισσότερο από τις νουθεσίες. Δεν έπρεπε να συμβαίνει, αλλά σε έναν ξεροκέφαλο λαό σαν τον δικό μας συμβαίνει. Αισιοδοξώ ότι κάθε γενιά που έρχεται θα είναι συνειδητοποιημένη. Και δεν θα χρειάζεται «μπαμπούλες». Γιατί, όταν πιάνει το τιμόνι, θα σέβεται τις ζωές. Οπότε, ναι, σε ό,τι αφορά αυτό το σκέλος του, ο νέος ΚΟΚ παίζει ήδη σημαντικό ρόλο στο να γίνει η πραγματικότητα συνείδηση.
2 Η διάταξη που ετοιμάζεται να φέρει η κυβέρνηση μέχρι το τέλος του μήνα και αφορά την απαγόρευση χρήσης social media από παιδιά έως 15 ετών μάλλον έχει καθυστερήσει. Πρωτοπόρες χώρες, όπως η Αυστραλία, το έχουν εφαρμόσει πολύ νωρίτερα. Κι εδώ θα μπορούσε να αποφευχθεί ο «μπαμπούλας», αν η ελληνική οικογένεια είχε συνειδητοποιήσει σε πόσους κινδύνους εκθέτει τα παιδιά της, επιτρέποντάς τους να σερφάρουν στη σκοτεινιά του διαδικτύου. Εκεί όπου ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκτεθούν σε θανατηφόρα challenges, αλλά και σε καθάρματα που τα παρασύρουν στην καταστροφή.
Εάν οι γονείς δεν έβλεπαν το κινητό ως μια μορφή πάρκινγκ για τα παιδιά τους, δεν θα χρειάζονταν νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ομως πλέον η εικόνα ενός 10χρονου με το κινητό στο χέρι είναι πολύ πιο συνηθισμένη από την εικόνα ενός 10χρονου με μια μπάλα ή με μια κούκλα. Οπότε κι εδώ ο νομοθέτης έρχεται να «αντικαταστήσει» τα «πρέπει» βάζοντας όρια. Εχουμε ξαναπεί πολλές φορές ότι τα παιδιά δεν φταίνε. Μόνο οι γονείς φέρουν την ευθύνη. Και από τη στιγμή που απουσιάζει είτε η συνείδηση είτε η γνώση, καλό είναι να υπάρχει ο «μπαμπούλας». Μπας και οι επόμενες γενιές καταλάβουν ότι το μέτρο δεν είναι περιορισμός, αλλά ανάγκη για το καλό.


