Πώς η Ευρώπη χρησιμοποιεί την ασφάλεια των ανηλίκων ως άλλοθι για την ψηφιακή παρακολούθηση όλων των πολιτών
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκονται μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο. Οι δύο ηγέτες, έχοντας μπροστά τους μια δύσκολη εκλογική δοκιμασία, αναζητούν νέους τρόπους πειθαρχίας – φίμωσης του δημόσιου λόγου, γνωρίζοντας πως η διαμόρφωση της κοινής γνώμης έχει μετατοπιστεί πλέον από το ελεγχόμενο και κατευθυνόμενο τηλεκήρυγμα στα ανεξέλεγκτα -από τα συστημικά επικοινωνιακά επιτελεία- κοινωνικά δίκτυα.
Από τις Βρυξέλλες, με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να δίνει τις οδηγίες, ξεκίνησε η ιδέα του θεσμικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων. Μια ιδέα που πλέον υιοθετείται σταδιακά από όλα τα κράτη-μέλη. Το μέτρο υποτίθεται πως αποσκοπεί στην προστασία των εφήβων, αλλά επί της ουσίας στοχεύει ένα σύμπτωμα κι όχι την αιτία του προβλήματος.
Η δημόσια συζήτηση σχετικά με την απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών τίθεται συχνά λανθασμένα. Αντιπαραθέτει την προστασία τους με την ατομική ελευθερία, ηθικολογεί σχετικά με τα περιεχόμενα των αναρτήσεων και δραματοποιεί ορισμένες χρήσεις των κοινωνικών δικτύων.
Ομως, εν έτει 2026, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν γίνει πολιτιστικοί χώροι, όπου δεν καταναλώνονται απλώς περιεχόμενα, αλλά οι νεότερες γενιές μαθαίνουν να εκφράζονται και να μυούνται σε νέες μορφές δημιουργίας. Στο ψηφιακό περιβάλλον οι έφηβοι μαθαίνουν, μεταξύ άλλων, να διαμορφώνουν τον εαυτό τους και μέσα από τις πλατφόρμες, να ανταποκρίνονται στις ριζικές αλλαγές των καιρών.
Οι κώδικες συμπεριφοράς, οι νέες μορφές χιούμορ, οι προσωπικές αφηγήσεις, οι συλλογικές και πολιτιστικές αναφορές κατασκευάζονται στις μέρες μας μέσα στα κοινωνικά δίκτυα. Για μια ολόκληρη γενιά έχουν γίνει τόποι πρωτογενούς κοινωνικοποίησης και η πρόσβασή τους ένας νέος, αναγκαίος μυητικός τελετουργικός χώρος για την προσωπική τους διαμόρφωση.
Κατά συνέπεια, η απαγόρευσή τους πριν από την ηλικία των 15 ετών δεν είναι απλώς ο περιορισμός μιας χρήσης· είναι η παρεμπόδιση της πρόσβασης σε ακόμα έναν δομικό πολιτιστικό χώρο, όπου σήμερα κατασκευάζονται δημιουργικές δεξιότητες για τις οποίες σχεδόν κανείς δεν μιλάει.
Δημιουργικότητα
Τα κοινωνικά δίκτυα, εκτός από τη δαιμονοποίηση για την επιβολή της απαγόρευσης, είναι αδιαμφισβήτητοι επιταχυντές της λαϊκής δημιουργικότητας. Μουσική, χορός, εικόνα, μοντάζ, σύντομη γραφή: ποτέ μια γενιά δεν πειραματίστηκε τόσο άμεσα με τόσες πολλές δημιουργικές μορφές.
Οι πλατφόρμες σε πολλές περιπτώσεις έχουν γίνει άτυπα σχολεία δημιουργίας. Αρα, αυτό που παρουσιάζεται ως μια μεγάλη νίκη για την προστασία των παιδιών στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από μια φθηνή επικοινωνιακή κίνηση, γεμάτη τρωτά σημεία, που κρύβει βαθύτερα προβλήματα και ανοίγει την πόρτα σε επικίνδυνες πρακτικές.
Η τεχνική αναποτελεσματικότητα της απαγόρευσης είναι κραυγαλέα. Οπως αποδείχθηκε ήδη στην Αυστραλία (όπου ισχύει παρόμοια απαγόρευση από τα 16), οι έφηβοι παρακάμπτουν εύκολα κάθε περιορισμό: VPN για αλλαγή τοποθεσίας, ψεύτικη ημερομηνία γέννησης, εικόνες παραγόμενες από Τεχνητή Νοημοσύνη για να ξεγελάσουν τα συστήματα επαλήθευσης, ακόμη και λογαριασμοί που δημιουργούνται από ενήλικες για να βοηθήσουν τους ανηλίκους.
Στη Γαλλία η υφυπουργός για την ψηφιακή τεχνολογία και μετάβαση Αν Λε Χεναφ δήλωσε πως, επειδή «υπάρχουν VPN», η απαγόρευση θα προστατεύσει «το 65%-70% των παιδιών»· δηλαδή, παραδέχτηκε εξαρχής ότι η απαγόρευση θα είναι μερική και συμβολική. Οι έφηβοι που είναι πιο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία είναι πιο ευάλωτοι στους κινδύνους και θα συνεχίσουν, ακριβώς όπως πριν, να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα, ίσως μάλιστα σε ακόμη πιο σκοτεινές και ανεξέλεγκτες πλατφόρμες.
Αλλο ένα ευαίσθητο ζήτημα είναι πως η εφαρμογή της απαγόρευσης απαιτεί μαζικό έλεγχο ηλικίας για όλους τους χρήστες, όχι μόνο για τους ανηλίκους. Αυτό σημαίνει ταυτοποίηση χιλιάδων Ελλήνων πολιτών κάθε φορά που μπαίνουν στο Instagram, στο TikTok ή στο Snapchat, στο Χ ή οπουδήποτε αλλού. Το αποτέλεσμα; Ενα βήμα προς την κοινωνία της γενικευμένης επιτήρησης, όπου το κράτος (ή οι πλατφόρμες υπό την πίεση της εξουσίας) θα γνωρίζει ποιος είναι στο διαδίκτυο και τη δραστηριότητά του. Ηδη ακούγονται φωνές σε Βρυξέλλες και Γαλλία ότι «το VPN είναι το επόμενο θέμα στη λίστα» των απαγορεύσεων της Ούρσουλας.
Δηλαδή, μετά τα κοινωνικά δίκτυα θα έρθει η σειρά να περιοριστούν ή να απαγορευτούν τα εργαλεία ανωνυμίας και παράκαμψης της επωνυμίας. Ποιος εγγυάται ότι αυτό το εργαλείο, η άρση δηλαδή της ανωνυμίας, δεν θα χρησιμοποιηθεί αύριο για πολιτική λογοκρισία ή για να ελέγχονται οι διαφωνούντες με τα έργα και τις ημέρες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων; Με λίγα λόγια, των Βρυξελλών;
Από την άλλη, η προσέγγιση της απαγόρευσης από κρατικούς παράγοντες, όπως σχεδόν κάθε απαγόρευση, είναι βαθιά πατερναλιστική. Αντί να ρυθμίσει σοβαρά τις πλατφόρμες (αλγορίθμους που προωθούν εθιστικό περιεχόμενο, διαφάνεια στα δεδομένα, πραγματική απαγόρευση του micro-targeting παιδιών), η ελληνική κυβέρνηση, κατόπιν ευρωπαϊκών εντολών, επιλέγει να απαγορεύσει την πρόσβαση και να μετακυλίσει την ευθύνη στους γονείς ή στους ίδιους τους εφήβους.
Πρόκειται για έναν ψηφιακό πατερναλισμό, μια κρατική νταντά που, επί της ουσίας, ισχυρίζεται πως οι έφηβοι δεν είναι ικανοί να χρησιμοποιούν σωστά τα κοινωνικά δίκτυα, άρα δεν πρέπει να τα αγγίζουν. Ομως, τα παιδιά και οι έφηβοι στις μέρες μας δεν ζουν σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα.
Παγίδα
Το cyberbullying (διαδικτυακή παρενόχληση) δεν θα σταματήσει επειδή θα απαγορευτεί η πρόσβαση στο Instagram ή στο facebook· θα συνεχιστεί ακάθεκτο μέσω WhatsApp, Telegram, sms, Discord, ακόμη και σε ιδιωτικές διαδικτυακές σχολικές ομάδες συζητήσεων. Η απαγόρευση δεν λύνει τίποτα από τα βαθιά προβλήματα, όπως είναι ο εθισμός, η έκθεση σε βία, η διαδικτυακή παρενόχληση ή το περιεχόμενο που ωθεί σε αυτοκτονία· απλώς τα μετατοπίζει αλλού, συχνά σε χειρότερα μέρη.
Κατά συνέπεια, αυτό το «σημαντικό μέτρο» είναι άλλη μια κλασική ευρωπαϊκή παγίδα: φανταχτερή ανακοίνωση, γρήγορη ψήφισή του από τα κράτη-μέλη, μη εφαρμόσιμο και, στο τέλος, μια νέα δικαιολογία για περισσότερο έλεγχο. Αντί να χτυπήσουν τις ρίζες του προβλήματος -τις Big Tech και τους αδηφάγους αλγορίθμους- οι Βρυξέλλες, μέσω των κατά τόπους κυβερνήσεων, προτιμούν να παίξουν τον ρόλο του προστάτη, ανοίγοντας στην πράξη τον δρόμο για μια πιο ελεγχόμενη, λιγότερο ελεύθερη και περισσότερο επικίνδυνη για τις ατομικές ελευθερίες ψηφιακή πραγματικότητα.


