Τα πλήγματα από ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, χωρίς θεσμική κάλυψη από τον ΟΗΕ, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και ο πλανήτης απειλείται με διεθνή ανάφλεξη και πολιτικές ανατροπές
- Παρίσι,
Μαρία Δεναξά
Υπό την ασφυκτική πίεση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε το Σάββατο την έγκρισή του για αεροπορικά πλήγματα κατά του Ιράν. Πρόκειται για μια απόφαση που έθεσε την Ουάσινγκτον σε τροχιά σύγκρουσης με τη διεθνή νομιμότητα, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για υπέρβαση εξουσιών από τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος αποφάσισε μόνος του για τη στρατιωτική επιχείρηση, χωρίς να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου.
Μια πρακτική που έχει υιοθετηθεί τα τελευταία χρόνια από τις δυτικές ηγεσίες. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο Εμανουέλ Μακρόν έμπλεξε τη χώρα του στον πόλεμο της Ουκρανίας χωρίς όμως ποτέ να ρωτήσει προηγουμένως το γαλλικό Κοινοβούλιο και, κατά συνέπεια, τον γαλλικό λαό.
Ο Τραμπ, εκτός από το αμερικανικό Σύνταγμα, φέρεται ότι παραβίασε, μαζί με τον Νετανιάχου, και το Διεθνές Δίκαιο, παρακάμπτοντας τις θεσμικές διαδικασίες των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, καμία χώρα δεν νομιμοποιείται να αποδίδει δικαιοσύνη μονομερώς μέσω πολεμικών επιχειρήσεων. Αποκλειστική αρμοδιότητα για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την παγκόσμια ειρήνη και την κήρυξη πολέμου έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Για τον ένοικο του Λευκού Οίκου πρόκειται για μια κίνηση υψηλού ρίσκου, που μπορεί να σηματοδοτήσει το τέλος του τραμπισμού και της εποχής MAGA. Ο Τραμπ εκλέχθηκε το 2024 υποσχόμενος απομονωτισμό, με άμεσο τερματισμό συγκρούσεων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, και «καμία νέα εμπλοκή» των ΗΠΑ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το 2025 η αμερικανική υπερδύναμη επενέβη στρατιωτικά σε επτά χώρες: Βενεζουέλα, Νιγηρία, Σομαλία, Συρία, Ιράν, Υεμένη, Ιράκ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να περιφρονεί επιδεικτικά τους ψηφοφόρους του.
Στην περίπτωση του Ιράν ο επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης έδωσε την εντύπωση πως οι ΗΠΑ δεν κυβερνώνται από τον πρόεδρό τους, αλλά από τον Νετανιάχου. Αυτή η ισραηλινή «ομηρία» πλήττει το προφίλ του ισχυρού ηγέτη που καλλιέργησε ο Τραμπ. Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο στις εξελίξεις που εκτυλίσσονται στη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ σε πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές ή διπλωματικές κινήσεις, αλλά και τη μετατόπιση που καταγράφεται στην αμερικανική κοινή γνώμη.
Για πρώτη φορά ένα σημαντικό τμήμα των Αμερικανών δηλώνει στις δημοσκοπήσεις περισσότερο αλληλέγγυο προς τους Παλαιστινίους παρά προς τους Ισραηλινούς, μια εξέλιξη που υπερβαίνει την παραδοσιακά ισχυρή και διαχρονική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς το Ισραήλ. Ενα γεγονός που αποτυπώνει μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική αναδιάταξη στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που εκθέτει τον πρόεδρο Τραμπ στον κίνδυνο απώλειας του ελέγχου του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές τον προσεχή Νοέμβριο. Μια τέτοια ανατροπή θα περιόριζε δραστικά τη νομοθετική του ισχύ, υπονομεύοντας το υπόλοιπο δεύτερο μισό της νέας θητείας του, που πλέον κρίνεται καταστροφικό.
Σε διεθνές επίπεδο ο Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν, μετά τα μέτωπα της Κούβας και της Βενεζουέλας, ερμηνεύεται από διεθνείς αναλυτές ως ευρύτερη αναβίωση του Δόγματος της Ανάσχεσης από την πλευρά των ΗΠΑ με τελικό στόχο την Κίνα. Η Ουάσινγκτον φαίνεται να εφαρμόζει συστηματική πολιτική περιορισμού της κινεζικής επιρροής. Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο ενεργειακό πυλώνα του Πεκίνου, καλύπτοντας μεγάλο μέρος των αναγκών του σε πετρέλαιο. Υπό αυτό το πρίσμα, οποιοδήποτε πλήγμα κατά της Τεχεράνης εκλαμβάνεται ως έμμεση επίθεση στα στρατηγικά συμφέροντα της Κίνας, καθιστώντας μια κινεζική απάντηση, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, σχεδόν αναπόφευκτη.
Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο η Κίνα να προχωρήσει τα επόμενα εικοσιτετράωρα στην ανακοίνωση αναστολής εξαγωγών στρατηγικών πρώτων υλών προς τις ΗΠΑ, όπως σπάνιες γαίες ή υλικά κρίσιμης σημασίας για την αμερικανική και παγκόσμια τεχνολογική αλυσίδα.
Παράλληλα, έντονο προβληματισμό προκαλεί η στάση που θα τηρήσει η Ρωσία, η οποία, από κοινού με το Πεκίνο, αποτελεί βασικό σύμμαχο της Τεχεράνης. Οπως η Κίνα, έτσι και η Μόσχα διατηρεί ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή. Στην περίπτωση που δεν έχει αλλάξει κάτι, είναι γνωστό πως οι δύο υπερδυνάμεις καθιστούν την αποτροπή οποιασδήποτε αποσταθεροποίησης του Ιράν κορυφαία προτεραιότητα για τον στρατηγικό τους σχεδιασμό.
Οσον αφορά την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, εκτιμάται πως η ανοιχτή υποστήριξη μιας τέτοιας επιλογής από τον Ντόναλντ Τραμπ, σε ευθυγράμμιση με τις επιδιώξεις του Ισραήλ, δύσκολα θα βρει ανταπόκριση στην ιρανική κοινωνία, παρά όσα έχει υποφέρει από τους μουλάδες. Αντιθέτως, θα μπορούσε να προκαλέσει συσπείρωση γύρω από τους πιο φανατικούς εκπροσώπους των Φρουρών της Επανάστασης, οδηγώντας στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο.
Παράλληλα, παραμένει ασαφές ποια θα είναι η διάρκεια των αεροπορικών επιθέσεων. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να διαρκέσουν έως τρεις μήνες, ίσως και περισσότερο, ενώ άλλοι θεωρούν πιθανό ένα σύντομο, περιορισμένης κλίμακας επεισόδιο. Στη δεύτερη εκδοχή, επισημαίνεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη διαθέσει σημαντικά αποθέματα οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία αλλά και στο Ισραήλ για την ισοπέδωση της Γάζας. Ωστόσο, δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για τα πυραυλικά αποθέματα της Τεχεράνης, γεγονός που καθιστά τις προβλέψεις εξαιρετικά επισφαλείς.
Το σενάριο μιας σύντομης αναμέτρησης, ανάλογης με τον λεγόμενο «πόλεμο των 12 ημερών» του Ιουνίου, δεν θεωρείται απίθανο. Δεν αποκλείεται, όμως, κλιμάκωση, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη. Σε κάθε περίπτωση, μια πολεμική αναμέτρηση τέτοιας έντασης θα είχε ανυπολόγιστο ανθρώπινο κόστος. Ηδη το ισραηλινό πλήγμα σε σχολική εγκατάσταση θηλέων έξω από την Τεχεράνη, το Σάββατο, που προκάλεσε τον θάνατο δεκάδων μικρών κοριτσιών, θεωρείται έγκλημα πολέμου.
Οσο για την ευρωπαϊκή ηγεσία, αντιδράσεις προκάλεσε η τοποθέτηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία, με ανάρτησή της, κάλεσε σε σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, εκφράζοντας παράλληλα υποστήριξη προς το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, καθώς οι δύο αυτές χώρες θεωρούνται οι επιτιθέμενες. Παράλληλα, διατυπώνονται εκ νέου ενστάσεις σχετικά με τον θεσμικό ρόλο και τα όρια της πολιτικής παρέμβασης της Φον ντερ Λάιεν ως προς τη λήψη αποφάσεων, καθώς πρόκειται για μη εκλεγμένη υψηλόβαθμη αξιωματούχο.


