Το ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για την αιματηρή δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17Ν, η συνέντευξη Κουφοντίνα και η οργή των συγγενών των θυμάτων
Παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το δεύτερο μέρος του ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για την τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη, το οποίο προκάλεσε τις θυελλώδεις αντιδράσεις της οικογένειας Μητσοτάκη. Ειδικότερα της Ντόρας, του Κώστα και της Αλεξίας Μπακογιάννη. Μα και των υπόλοιπων συγγενών, οι οποίοι απέσυραν με εξώδικο τις συνεντεύξεις που είχαν δώσει στην εκπομπή, λόγω της παρουσίας του αρχιεκτελεστή Δημήτρη Κουφοντίνα σε αυτήν.
Προτού φθάσουμε στο επίμαχο θέμα, πρέπει να σημειώσουμε το εξής με αφορμή τις εικόνες που είδαμε: Ηταν πραγματικά μεγάλη δοκιμασία να περνά από μπροστά σου η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980 μέσα από τη δράση αυτής της οργάνωσης. Δεν ήμασταν μια κανονική χώρα. Χυνόταν αίμα, πολύ αίμα. Δολοφονίες, εκρήξεις, ληστείες, κλοπές στρατιωτικού υλικού από στρατόπεδα, προκηρύξεις, στοχοποιήσεις υπουργών, βουλευτών, δικαστών, διπλωματών, επιχειρηματιών, τραπεζιτών, αστυνομικών και στο βάθος μια κοινή γνώμη στην καλύτερη περίπτωση ανεκτική στη 17Ν και στη χειρότερη επιδοκιμαστική της δράσης της οργάνωσης. Η οποία κάποια στιγμή στις εκλογές του 1989 κάλεσε τους πολίτες να ρίξουν στις κάλπες ψηφοδέλτια με την επωνυμία της στις κάλπες. Βρέθηκαν μερικά στη Θεσπρωτία, όπου ψήφιζαν μερικά από τα διακεκριμένα μέλη της.
Είχα μελετήσει τότε στο πλαίσιο μιας εργασίας που έκανα στη Νομική Θράκης για το μάθημα της Εγκληματολογίας με καθηγητή τον Γιάννη Πανούση τον τρόπο δράσης της (modus operandi), αλλά οι εικόνες που επανέφερε ο Παπαχελάς στη συλλογική μνήμη ήταν αποκρουστικές. Τι χώρα ήταν άραγε αυτή η Ελλάδα και ποια ήθη επικρατούσαν; Κλούβες των ΜΑΤ ανατινάζονταν έξω από ξενοδοχεία στην Καισαριανή. Εκδότες πυροβολούνταν στο κέντρο των Αθηνών, στην οδό Τσακάλωφ, που τότε δεν ήταν πεζόδρομος. Ρουκέτες εκτοξεύονταν κατά μεγάλων επιχειρηματιών εν μέση οδώ στα βόρεια προάστια.
Παριστάναμε τη Δύση, αλλά ήμασταν βαθιά οπισθοδρομική Ανατολή. Πιθανόν και Λατινική Αμερική σε προεπαναστατική περίοδο. Πώς αυτή η χώρα, που την ίδια εποχή ήταν άντρο δράσης ξένων τρομοκρατικών ομάδων (θυμηθείτε την αεροπειρατεία σε αεροπλάνο της TWA πάνω από το Αργος ή το μακελειό στο κρουαζιερόπλοιο «City of Poros» στον Αργοσαρωνικό), παρέμεινε στην Ευρώπη, της οποίας ήταν νεαρό μέλος από το 1980 και πώς εισήλθε στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης και διεξήγαγε και Ολυμπιακούς Αγώνες ένας Θεός το ξέρει. Πρόκειται περί θαύματος! Ευρωπαϊκή χώρα πάντως δεν ήταν.
Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στη θεωρία ότι το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν πίσω από την οργάνωση, καθώς τότε ακουγόταν η φήμη ότι ένα τμήμα του ΠΑΚ δεν αφοπλίστηκε μετά το 1974 και συνέχισε τον Εμφύλιο με άλλα ένοπλα μέσα στο πλαίσιο της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Αν δεν μιλήσουν αυτοί που γνωρίζουν, γιατί η αίσθησή μας είναι ότι συνελήφθησαν μέλη της ηγεσίας αλλά όχι η ίδια η ηγεσία της οργάνωσης, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε πάντως να υποστηρίξουμε με σιγουριά είναι ότι η δράση της συγκεκριμένης οργάνωσης άλλαξε ριζικά τον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας, τον εκδοτικό χάρτη της χώρας και γενικότερα δημιούργησε εκ του αποτελέσματος μια νέα επετηρίδα στην οικονομία.
Aστική δεξιά παράταξη
Στην ουσία αποδυνάμωσε την αστική δεξιά παράταξη και τις απολήξεις της στην αγορά, στα ΜΜΕ κατά κάποιους και στον ισχυρά συντηρητικό θεσμό της Δικαιοσύνης. Επρόκειτο για τομείς, «αρμούς», που δεν έλεγχε η νέα σοσιαλιστική εξουσία. Οι δολοφονίες του Μομφεράτου και του Τζώρτζη Αθανασιάδη, εκδοτών της «Απογευματινής» και της «Βραδυνής» (για τον δεύτερο δεν ανελήφθη ευθύνη), οι οποίοι ήταν προσωπικοί φίλοι του Κωνσταντίνου Καραμανλή, άλλαξαν το τοπίο στον συντηρητικό Τύπο.
Η στοχοποίηση επιχειρηματιών, όπως οι Αγγελόπουλοι, οι Στασινόπουλοι, οι Βαρδινογιάννηδες, οι Αθανασιάσηδες, οι Περατικοί (χαλυβουργία, ναυτιλία, ενέργεια), επίσης άλλαξε το τοπίο, ανεξαρτήτως αν οι επιθέσεις ήταν επιτυχείς ή όχι (ο αείμνηστος Νίκος Στασινόπουλος έφυγε με τον σκαραβαίο του από τη ΒΙΟΧΑΛΚΟ και οι τρομοκράτες δεν τον αναγνώρισαν, θεωρούσαν αδιανόητο να κυκλοφορεί με τέτοιο αυτοκίνητο – Ο Βαρδής, που ήταν μόνος, χωρίς τη Μαριάννα εκείνη τη μέρα, σώθηκε χάρη στη θωράκιση της Μερσεντές και τα επόμενα χρόνια έκανε δεύτερες σκέψεις ποιος πραγματικά ήθελε να τον βγάλει από τη μέση). Οι δολοφονίες και οι τραυματισμοί δικαστών προκάλεσαν φόβο και τρόμο στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης, της οποίας ένα μέρος έπαψε να τολμά να ελέγχει την εξουσία.
Μια ένοπλη παρακυβέρνηση επηρέασε την πορεία της νόμιμης διακυβέρνησης σε διαφορετικές περιόδους και άλλαξε ριζικά τους συσχετισμούς του αστικού πολιτικού, οικονομικού και εκδοτικού συστήματος. Και τους άλλαξε μάλλον ανενόχλητα. Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου όλοι μιλούν με όλους και κανείς δεν κρατούσε το στόμα του κλειστό, η δράση της 17Ν καλύφθηκε από απόλυτη μυστικότητα, έστω και αν τήρησε τις διαδικασίες της παρανομίας. Υπό αυτήν την έννοια το ντοκιμαντέρ Παπαχελά έχει θετικό πρόσημο. Μας αποκάλυψε τι νομίζαμε ότι είμαστε και ποιοι πραγματικά ήμασταν.
Εχει επίσης θετικό πρόσημο γιατί θύμισε τη μάχη που έδωσαν στο όνομα της ελευθεροτυπίας επώνυμοι Ελληνες δημοσιογράφοι για να δημοσιεύουν τις ματωμένες προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη. Τους κατάπιε το κλίμα της εποχής και υπέκυψαν στο όνομα της κυκλοφορίας και της δήθεν πρωτοπορίας. Για χάρη των τρομοκρατών μπήκαν και φυλακή. Οι αναγνώστες που διάβαζαν τότε τον απαγορευμένο καρπό των προκηρύξεων θεωρούσαν ότι μελετούσαν κείμενα που περιείχαν διαβαθμισμένες πληροφορίες που δικαιολογούσαν στο μυαλό τους τις δολοφονίες που νομιμοποιούνταν με τη λέξη «εκτελέσεις».
Αλλά στις δημοκρατίες εκτελέσεις κάνουν μόνο αποσπάσματα στη βάση του Συντάγματος, όχι ιδιώτες τιμωροί. Η δημοσίευση των προκηρύξεων ωστόσο ήταν μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Αύξαναν το κίνητρο. Παρά ταύτα με απογοήτευση παρατηρούσα ως νεαρός φοιτητής της Νομικής Σχολής εκείνη την εποχή πόσο οικτρά μειοψηφία στην κοινωνία ήταν η νομοθετική ρύθμιση του τρομονόμου που απαγόρευσε σε κάποιους να χαράσσουν λέξεις στο χαρτί με το αίμα των θυμάτων τους.
Xωρίς ταμπού
Εως εδώ λοιπόν άριστα με το ντοκιμαντέρ Παπαχελά. Γνωρίζοντάς τον, μου είναι οικεία η μεθοδολογία του. Ξετινάζει τα γεγονότα. Μιλά χωρίς ταμπού με όλους τους πρωταγωνιστές. Φωτίζει άγνωστες περιόδους της ελληνικής Ιστορίας. Τα θέματά του στην τηλεόραση ή τα βιβλία του είναι το αποτύπωμά του στη δημοσιογραφία. Αρκεί να σας πω ότι ο Παπαχελάς κυνηγούσε τον Κίσινγκερ μέχρι τα δυσμάς του βίου του για να του μιλήσει για την εισβολή.
Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση με την επίμαχη συνέντευξη Κουφοντίνα θεωρώ ότι ο Αλέξης δεν έκανε τη σωστή στάθμιση. Και τεχνικά και ουσιαστικά. Ουσιαστικά διότι δεν είναι δυνατόν να αφαιρείς μια ζωή ζωές και στα γεράματα να θέλεις να εξηγήσεις γιατί το έκανες. Ουσιαστικά επίσης διότι δεν αντέχεται να κάνουν δηλώσεις μπροστά στα μικρόφωνα όσοι έκαναν δηλώσεις με πιστόλια. Ακόμη και αν ήθελε να κάνει κανείς τη μεγάλη υπέρβαση, στην πράξη συνέβη το εξής: Ο τρόπος που παρουσιάστηκαν οι δηλώσεις του Κουφοντίνα, σε δόσεις, υπό τον φόβο των αντιδράσεων, δεν βοήθησε κάποιον (ακόμη και αν έκανε την καρδιά του πέτρα) να εξαγάγει συμπέρασμα ή να λάβει απάντηση στο «γιατί».
Η αποσπασματική παρουσίαση της επίμαχης συνέντευξης «σταγόνα σταγόνα» επέτεινε το μαρτύριο των συγγενών και δεν συνεισέφερε μέχρι στιγμής κάτι περισσότερο στην ιστορική έρευνα. Ενας ηλικιωμένος άνθρωπος με αργή, βαριά φωνή, που μοιάζει καταπληκτικά με το ηχόχρωμα της φωνής του «θείου βρέφους», με μια μαγκούρα για στήριγμα δεν είναι καν αξιοπρόσεκτο θέαμα. Τούτων δοθέντων, ο Αλέξης Παπαχελάς έβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αποδοκιμασίας από τους συγγενείς σε καιρούς που αυτό θα έπρεπε να είναι το τελευταίο που έπρεπε να επιδιώκει. Στενόχωρο. Τέλος πάντων.


