Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας δοκιμάζει τα όριά του απέναντι στον Πέτερ Μάγιαρ σε εκλογές που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας
Εάν ήμουν χρηματιστής και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν ήταν μετοχή, θα δίσταζα σίγουρα να τον «σορτάρω».
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Γιατί μπορεί πολλές δημοσκοπήσεις να προβλέπουν ότι θα χάσει τις εκλογές της 12ης Απριλίου, όμως μετά 19 χρόνια πρωθυπουργίας συνολικά, κανείς δεν πρέπει να υποτιμά την κλάση του κ. Ορμπαν – στις τελευταίες εκλογές του 2022 ο Ούγγρος πρωθυπουργός συνέτριψε, με ποσοστό 53%, ένα ενιαίο μέτωπο της αντιπολίτευσης (από την άκρα Αριστερά έως την άκρα Δεξιά) και πόσοι αλήθεια από τους Ευρωπαίους ηγέτες που τον επικρίνουν θα μπορούσαν ακόμα και να το ονειρευτούν αυτό;
Και είναι αυτή ακριβώς η κλάση που επίσης εξηγεί γιατί οι εκλογές μιας μικρής χώρας, όπως η Ουγγαρία, έχουν γίνει πρώτο θέμα στον διεθνή Τύπο αλλά και γιατί μια πλειάδα πολιτικά ετερόκλητων ξένων ηγετών στηρίζει δημόσια τον κ. Ορμπαν (Ντόναλντ Τραμπ, Βλαντιμίρ Πούτιν, Χαβιέρ Μιλέι, Μπενιαμίν Νετανιάχου, Τζόρτζια Μελόνι).
Οπως φυσικά την ίδια στήριξη του παρέχει σύσσωμη και η ριζοσπαστική Δεξιά της Ευρώπης (Βίλντερς, Σαλβίνι, Αμπασκάλ) και πρωτίστως η κυρία Λεπέν, ακριβώς γιατί μια επανεκλογή του κ. Ορμπαν θα λειτουργήσει ως πρόκριμα για το πολιτικώς μείζον που ακολουθεί – τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 2027. Και εάν επιβεβαιωθεί η πληροφορία ότι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς θα πραγματοποιήσει, μεσούσης της κρίσης με το Ιράν και κατά παράβαση του πρωτοκόλλου, επίσκεψη στη Βουδαπέστη αμέσως πριν από τις εκλογές, ο κ. Ορμπαν θα πάει στις κάλπες έχοντας δίπλα του τον στιβαρότερο ίσως «φίλο». Θα τις κερδίσει όμως;
Μπορεί και όχι τελικά. Παρά την κλάση του (και τη διεθνή στήριξη), αυτήν τη φορά ο κ. Ορμπαν μπορεί πράγματι να χάσει – και αυτό για τρεις λόγους.
Πρώτον (και αρκετά προφανώς), γιατί, μετά 19 χρόνια πρωθυπουργίας συνολικά, έχει δημιουργηθεί στην Ουγγαρία ένα πολιτικό ρεύμα «τέλους εποχής» – σε κάθε δυτική δημοκρατία δεκαεννιά χρόνια εξουσίας είναι ήδη εγγενώς υπερβολικά πολλά και ακόμα και οι ίδιοι οι οπαδοί του αναγνωρίζουν ο κ. Ορμπαν δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμη εξαίρεση.
Δεύτερον, γιατί αντίθετα με τις εκλογές του 2022, όταν η τότε ενιαία αλλά πολιτικά ετερόκλητη αντιπολίτευση επέλεξε ως λύση ανάγκης έναν πολιτικά άχρωμο δήμαρχο για υποψήφιο πρωθυπουργό (τον Πίτερ Μαρκ-Ζέι), σήμερα, απέναντι στον κ. Ορμπαν, υπάρχει ένας νέος, δημοφιλής και εμφανίσιμος πολιτικός, ο Πέτερ Μάγιαρ, ο οποίος προέρχεται από το ίδιο το κόμμα του Ούγγρου πρωθυπουργού (το Fidesz) και το νεότευκτο κόμμα του οποίου Tisza έχει λειτουργήσει ως υποδοχέας όλων των ρευμάτων της αντιπολίτευσης με ενοποιητικό παράγοντα την προσωπικότητα του ίδιου. Με άλλα λόγια, ο κ. Ορμπαν μπορεί να χάσει τις εκλογές γιατί αυτήν τη φορά έχει αντίπαλό του έναν «αντι-Ορμπαν».
Και, τρίτον, γιατί η πολιτική συγκυρία επέφερε πλήγμα στο «πολιτικό προϊόν» του κ. Ορμπαν. Το οποίο συνίστατο σε έναν τριπλά δημοφιλή (ή, κατά τους επικριτές του, «λαϊκιστικό») συνδυασμό μηδενικής ανοχής σε θέματα μετανάστευσης, ανοιχτού πολέμου κατά της woke ατζέντας και της πολιτικής ορθότητας, καθώς και γενναίων φιλολαϊκών οικονομικών παροχών (στην Ουγγαρία, λ.χ., οι συντάξεις είναι πλήρως αφορολόγητες και το κράτος επιδοτεί γενναία την απόκτηση στέγης), με όλα τα παραπάνω επιπροσθέτως εντασσόμενα σε ένα ευρύτερο αφήγημα «εθνικής ανεξαρτησίας», με τον κ. Ορμπαν να επιτίθεται «στο κράτος των Βρυξελλών» και στη «φιλελεύθερη δημοκρατία» γενικότερα, χωρίς όμως ποτέ να διακινδυνεύει τις παροχές τους, οικονομικές και μη.
Αλυσιδωτή αντίδραση
Τελικά, για τους Ούγγρους, το «προϊόν Ορμπαν» ήταν μια «μέθοδος εξισορρόπησης» και ο Ούγγρος πρωθυπουργός ένας βιρτουόζος του είδους. Και αυτό ακριβώς που άλλαξε μετά το 2022, ως μια αλυσιδωτή αντίδραση μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας, ήταν η παράσταση «εξισορρόπησης». Γιατί ο κ. Ορμπαν ήθελε πράγματι να διατηρήσει τη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, που είχε χρηματοδοτήσει πολλές από τις «φιλολαϊκές παροχές» του, όμως αυτήν τη φορά η «εξισορρόπηση» του ξέφυγε.
Η παράστασή του, ως οιονεί υποστηρικτή της ρωσικής πολιτικής, τον έβλαψε όχι απλώς εκτός αλλά κυρίως εντός της Ουγγαρίας, που δεν είναι Βουλγαρία ή Σερβία και δεν διαθέτει κανένα απόθεμα ιστορικής συμπάθειας για τη Μόσχα. Οπως τον έβλαψε και το συνεπαγόμενο πάγωμα κονδυλίων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ενώ, τέλος, όταν αμυνόμενος ανήγαγε σε κεντρικό θέμα των εκλογών την απειλή ότι τελικά οι Ούγγροι θα στρατευτούν για να πολεμήσουν στην Ουκρανία, πολλοί αισθάνθηκαν ότι έχασε την αίσθηση του μέτρου και το «προϊόν Ορμπαν» τη λάμψη του.
Προσθέστε σε αυτά τη σκανδαλολογία στην οποία έχει επιδοθεί επιτυχημένα ο κ. Μάγιαρ, παρουσιάζοντας το κράτος της Ουγγαρίας ως οργανωμένη μαφία οικονομικών συμφερόντων του κυβερνώντος κόμματος και μπορείτε να δείτε γιατί οι εκλογές του 2026 δεν είναι οι ίδιες με αυτές του 2022. Οχι βέβαια ότι το παιχνίδι έχει χαθεί. Ο κ. Ορμπαν μπορεί κάλλιστα να εκπλήξει και σε πείσμα των περί του αντιθέτου να αναδειχθεί ακόμα μία φορά νικητής. Το εκλογικό σύστημα τον ευνοεί, γιατί η δύναμή του είναι ισχυρά κατανεμημένη σε όλη τη χώρα (πλην Βουδαπέστης) και το κράτος και οι θεσμοί του επίσης.
Οσο για τους ισχυρούς ξένους υποστηρικτές του, θα γίνονται όλο και ηχηρότεροι και κανείς δεν πρέπει να υποτιμήσει τη βαρύτητα μιας επίσκεψης ανοιχτής στήριξης του Τζέι Ντι Βανς λίγο πριν οι Μαγυάροι πάρουν την τελική τους απόφαση, εάν αυτή γίνει τελικά.


