Παλιότερα, στον Πειραιά, είχαμε τον «κατάσκοπο». Ηταν ένας τύπος που φορούσε πάντα μια μπεζ καμπαρντίνα και κυκλοφορούσε με τα χέρια στις τσέπες. Μόλις τον βλέπαμε, του φωνάζαμε «κατάσκοπε!» και άρχιζε να λέει διάφορα ακαταλαβίστικα, παίρνοντάς μας στο κυνήγι. Μάλλον του άρεσε να τον φωνάζουν «κατάσκοπο». Αν, όμως, του φώναζες «κατάσκοπε προδότη!», κατέβαζε όλο το λεξιλόγιο της «σολομωνικής»!
Ας μιλήσουμε, όμως, σοβαρά. Η κατασκοπία είναι από εκείνα τα «επαγγέλματα» που όλοι πιστεύουν πως τα ξέρουν από τις ταινίες, αλλά κανείς δεν θέλει να δει τι γίνεται στην πολυκατοικία του! Κι, όμως, να που, με αφορμή τις πρόσφατες ειδήσεις για τον Ελληνα αξιωματικό της Αεροπορίας, που… κοίταξε ανατολικά και βρήκε… το νόημα ζωής στην Κίνα, το επάγγελμα επανήλθε στο προσκήνιο. Οχι με σμόκιν και μαρτίνι, αλλά με excel, e-mail και μια αίσθηση «τι λες, ρε φίλε».
Ο κατάσκοπος του 21ου αιώνα δεν φοράει καμπαρντίνα. Φοράει απλά ρούχα. Δεν αφήνει κρυφά σημειώματα σε απίθανα σημεία, αφήνει αρχεία στο cloud. Και, κυρίως, δεν μιλάει ψιθυριστά σε σκοτεινά σοκάκια· μιλάει μέσα από «σκοτεινά δρομάκια» του διαδικτύου. Στην ελληνική εκδοχή η κατασκοπία αποκτά και λαϊκό χρώμα. Λίγη εθνική υπερηφάνεια, λίγη αγανάκτηση και πολύ καφενειακό σχόλιο. «Καλά, ρε φίλε, αλλά για τους Κινέζους» θα πει ο ένας. «Τόσοι και τόσοι, αξιωματικός δικός μας στο ΝΑΤΟ βρέθηκε;» θα πει ο άλλος.
Σαν να πρόκειται για μεταγραφή ποδοσφαιριστή και όχι για υπόθεση που έρχεται να μας θυμίσει ότι τα σύνορα σήμερα είναι περισσότερο ψηφιακά παρά γεωγραφικά. Το πιο ειρωνικό; Οι κατάσκοποι δεν χρειάζεται πια να κλέψουν μυστικά. Τα μυστικά τα ανεβάζουμε μόνοι μας. Με story, με check-in, με ένα κάποιο σχόλιο, που κατά λάθος συνοδεύεται από φωτογραφία πίνακα ελέγχου. Ο κατάσκοπος απλώς κάθεται, χαμογελάει και κάνει scroll. Αν υπάρχει κάτι να μεταφέρει, το μεταφέρει. Αν όχι, περιμένει. Υπομονή να έχεις και όλα κάποτε ανεβαίνουν στα σόσιαλ.
Και κάπως έτσι, η κατασκοπία παύει να είναι η τέχνη του αόρατου και γίνεται η τέχνη του προφανούς. Δεν χρειάζεσαι κωδικούς, χρειάζεσαι Wi-Fi. Δεν χρειάζεσαι κάλυψη, χρειάζεσαι πρόσβαση. Κι αν κάτι πάει στραβά, πάντα υπάρχει η δικαιολογία: «Δεν ήξερα, δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου». Η πιο παλιά φράση του επαγγέλματος. Τελικά, ίσως το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν κατάσκοποι. Είναι ότι ζούμε όλοι σαν να μην υπάρχουν. Μέχρι να διαβάσουμε την είδηση, να σηκώσουμε το φρύδι, να πούμε ένα πικρό αστείο – και μετά να συνεχίσουμε να ανεβάζουμε τα μυστικά μας και τα μυστικά των άλλων στο ίντερνετ. Το καλύτερο καμουφλάζ, λένε, είναι η αφέλεια.
Η ΑΚΙΣ


