Θα σας μιλήσω σήμερα για τις Απόκριες της δικής μου εφηβείας. Μια υπόθεση σοβαρή, που τη διαχειριζόμασταν με φτερά, μουστάκια ψεύτικα και σερπαντίνες που μπλέκονταν στα καλώδια του ηλεκτρόφωνου. Κι εκεί, κάπου στις αρχές των 60s, την ώρα που η χώρα προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα χορεύει τσάμικο ή τουίστ, έσκασε μύτη το ροκ εν ρολ και μας άλλαξε τα φώτα!
Από τη μια, τα κορίτσια έβαφαν μάτι «σαν της Μπριζίτ», τα αγόρια γυάλιζαν το μαλλί με μπριγιαντίνη και προσπαθούσαν να μιμηθούν τον Ελβις μπροστά στον καθρέφτη, με τη μαμά να φωνάζει «θα κάνεις χάλια τα ρούχα σου με τα λάδια»… Από την άλλη, στο σαλόνι με τα σεμεδάκια το πικάπ έπαιζε πότε Μπιτλς και πότε Καζαντζίδη, σε μια μουσική διπλωματία που θα ζήλευε και ο ΟΗΕ!
Οι Απόκριες της εφηβείας μου ήταν το απόλυτο πεδίο δοκιμών. Ο ένας ντυνόταν γεγές, με παντελόνι στενό και παπούτσι μυτερό, και ο ξάδελφος απέναντι ερχόταν τσολιάς, έτοιμος για καλαματιανό. Κι αν έβαζες στο ίδιο δωμάτιο καλαματιανό και ροκ εν ρολ, το αποτέλεσμα ήταν κάτι σαν πολιτιστικό μπλέντερ: τρία βήματα μπρος, δύο πίσω και μια φιγούρα που κανείς δεν ήξερε αν είναι από ζεϊμπέκικο ή από… τουίστ.
Και μέσα σε όλα, κάπου ακουγόταν και η «Κομπαρσίτα», γιατί Απόκριες χωρίς λίγη ρομαντική στροφή στο σαλόνι δεν γίνονταν. Ο θείος με το μουστάκι έσφιγγε τη θεία με ύφος Αργεντινού γόη, ενώ στο βάθος ο ανιψιός προσπαθούσε να κουρδίσει την κιθάρα για να παίξει «She loves you, yeah, yeah, yeah» – που στα ελληνικά προφερόταν «σιλάβζγιου γιεγιεγιέ».
Η Ελλάδα φορούσε δύο μάσκες ταυτόχρονα. Τη μία τη λέγανε παράδοση: κλαρίνα, καλαματιανά, τραγούδια του καημού και της ξενιτιάς. Την άλλη τη λέγανε επανάσταση: ηλεκτρικές κιθάρες, φράντζες και μια αδιόρατη αίσθηση ότι ο κόσμος αλλάζει με τρία ακόρντα. Και στις Απόκριες οι μάσκες δεν τσακώνονταν, αλλά χόρευαν μαζί. Γιατί, τελικά, είτε έκανες φιγούρες αλά Ελβις είτε στροφή αλά Δημήτρη Ζάχο, το ζητούμενο ήταν ένα: Να ξεχαστείς. Να γελάσεις. Να πετάξεις σερπαντίνες στον κολλητό σου και να ερωτευτείς τη «νοσοκόμα» της διπλανής γειτονιάς, που την Καθαρά Δευτέρα θα ξαναγινόταν η Μαρία με τις κοτσίδες.
Οι Απόκριες εκείνων των χρόνων δεν ήταν απλώς γιορτή. Ηταν το σάουντρακ μιας χώρας που άλλαζε ρυθμό χωρίς να ξεχνάει το παλιό της βήμα. Και κάπου ανάμεσα στο «yeah yeah yeah» και στη «Μαντουμπάλα» γεννήθηκε η πιο γοητευτική μας μεταμφίεση: αυτή της ίδιας της Ελλάδας, που μπορούσε να χορεύει και ροκ εν ρολ και καλαματιανό – συχνά στο ίδιο στην ίδια βεράντα με μωσαϊκό.
Η ΑΚΙΣ


