Η ανεξαρτησία της Κύπρου ήταν η λύση που διασφάλιζε στο Ηνωμένο Βασίλειο σταθερό, άμεσο και νομικά θωρακισμένο έλεγχο των στρατιωτικών του εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της μετάβασης από την αποικιακή κυριαρχία στη μετα-αποικιακή τάξη πραγμάτων…
• Η εμπλοκή της Κύπρου στην ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής και η (ορθή) αποστολή στρατιωτικής ενίσχυσης από την Ελλάδα επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα των βρετανικών βάσεων στο νησί, αλλά και μια παράμετρο που δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς στη συλλογική ιστορική μνήμη. Δηλαδή ότι, προκειμένου οι βάσεις να διατηρηθούν ως κυρίαρχο βρετανικό έδαφος, δεν υλοποιήθηκε η ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα, παρότι αποτελούσε πανεθνικό αίτημα και σταθερή πολιτική διεκδίκηση εκείνης της περιόδου.
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Στη δημόσια συζήτηση οι βάσεις συχνά παρουσιάζονται ως απλό απομεινάρι της αποικιοκρατίας που επιβίωσε σχεδόν μηχανικά. Ωστόσο, τα ιστορικά δεδομένα παραπέμπουν σε διαφορετική εικόνα. Η διατήρησή τους αποτέλεσε συνειδητή και προγραμματισμένη στρατηγική επιλογή. Ο φόβος της απώλειας πλήρους στρατιωτικής κυριαρχίας από τη Μεγάλη Βρετανία επιτάχυνε τον σχεδιασμό ενός νέου καθεστώτος, το οποίο δεν προέκυψε ως παραχώρηση αλλά ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση…
• Η Κύπρος περιήλθε υπό βρετανική διοίκηση το 1878 και ανακηρύχθηκε αποικία το 1925. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η γεωπολιτική της αξία αυξήθηκε κατακόρυφα, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ιδίως η κρίση του Σουέζ το 1956 ανέδειξαν το νησί σε καίριο στρατιωτικό κόμβο για επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή.
• Το 1954 η κυβέρνηση Παπάγου προσέφυγε στον ΟΗΕ, επικαλούμενη την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών και θέτοντας επισήμως το ζήτημα της ένωσης. Η πρωτοβουλία αυτή εξέφραζε το καθολικό αίτημα του Ελληνισμού, αλλά το Λονδίνο αξίωνε ότι οποιαδήποτε μεταβολή στο καθεστώς του νησιού δεν θα επηρέαζε τις στρατηγικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του…
• Μετά την κρίση του Σουέζ η βρετανική θέση διατυπώθηκε ακόμα πιο καθαρά: εφόσον η πλήρης διατήρηση της αποικιακής κυριαρχίας δεν ήταν εφικτή, έπρεπε να εξασφαλιστεί τουλάχιστον η άμεση κυριαρχία σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές. Ετσι, το 1957 διαμορφώθηκε η πρόταση για «Κυρίαρχες Περιοχές», δηλαδή εδάφη που θα παρέμεναν υπό απόλυτο βρετανικό έλεγχο, ανεξάρτητα από το πολιτικό καθεστώς της υπόλοιπης Κύπρου.
• Η ένωση θεωρούνταν προβληματική, επειδή θα καταργούσε το αποικιακό νομικό πλαίσιο που παρείχε στη Βρετανία πλήρη κυριαρχία. Αν η Κύπρος ενσωματωνόταν στην Ελλάδα, οι βάσεις θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο διμερούς συμφωνίας με την Αθήνα κι αυτό θα σήμαινε πιθανή επαναδιαπραγμάτευση, περιορισμούς ή όρους στη λειτουργία τους.
• Η τελική ρύθμιση προέκυψε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου το 1959 και τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, με τις οποίες θεσμοθετήθηκαν οι Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, που αντιστοιχούν περίπου στο 3% του κυπριακού εδάφους και παραμένουν υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία έως σήμερα…
• Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανεξαρτησία της Κύπρου -και όχι η πολυπόθητη τότε ένωση με την Ελλάδα- αποτέλεσε τη λύση που διασφάλιζε στο Ηνωμένο Βασίλειο σταθερό, άμεσο και νομικά θωρακισμένο έλεγχο των στρατιωτικών του εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της μετάβασης από την αποικιακή κυριαρχία στη μετα-αποικιακή τάξη πραγμάτων…
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»



