Το νέο πλαισιο πυροδοτεί σύγκρουση κυβέρνησης – συνδικάτων, αλλάζει τους κανόνες για χιλιάδες υπαλλήλους και ανοίγει κύκλο δικαστικών αναμετρήσεων
Η εφαρμογή του νόμου 5225/2025 από την 1η Ιανουαρίου 2026 σηματοδοτεί μία από τις πιο ριζικές τομές στη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης των τελευταίων δεκαετιών. Δεν πρόκειται απλώς για μία αναθεώρηση πειθαρχικών διατάξεων, αλλά για μία συνολική αλλαγή φιλοσοφίας, που επαναπροσδιορίζει τη σχέση κράτους – δημοσίων υπαλλήλων. Το νέο πλαίσιο έχει ήδη προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, οδηγώντας σε μετωπική σύγκρουση την κυβέρνηση με τα συνδικάτα, ενώ η νομική κοινότητα προειδοποιεί για πιθανές συνταγματικές εμπλοκές.
«Θεσμική εκτροπή»
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, με αιχμή του δόρατος την ΑΔΕΔΥ, κάνουν λόγο για «θεσμική εκτροπή» και «καθεστώς φόβου» στο Δημόσιο. Οπως τονίζει υψηλόβαθμο στέλεχος της ΑΔΕΔΥ, «η κυβέρνηση επιχειρεί να αντικαταστήσει τη μονιμότητα με μια διαρκή απειλή. Η αξιολόγηση δεν λειτουργεί πλέον ως εργαλείο βελτίωσης, αλλά ως φίλτρο απομάκρυνσης προσωπικού». Ιδιαίτερη ένταση στους εργαζομένους προκαλεί η πρόβλεψη για οριστική απόλυση έπειτα από δύο περιόδους άρνησης αξιολόγησης.
Οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι πρόκειται για έμμεση κατάργηση της μονιμότητας, ενώ εκφράζονται φόβοι για αυθαιρεσίες στην εφαρμογή του νόμου, καθώς μπορεί να λειτουργήσει εκδικητικά σε περιπτώσεις σύγκρουσης ενός υπαλλήλου με τον προϊστάμενό του. «Δεν μιλάμε για αντικειμενικά κριτήρια, αλλά για μια διαδικασία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τιμωρητικά ή εκδικητικά» σημειώνεται σε ανακοίνωση η ΑΔΕΔΥ.
Υποστελέχωση
Ενα από τα βασικά επιχειρήματα των συνδικάτων και ιδίως των εργαζομένων στους 332 δήμους της χώρας είναι η αντίφαση μεταξύ των αυστηρών ποινών και της δραματικής υποστελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών, καθώς «ζητούν άριστα αποτελέσματα από υπηρεσίες που λειτουργούν με το μισό προσωπικό και το όποιο λάθος από εξάντληση θα βαφτίζεται πειθαρχικό παράπτωμα» αναφέρουν εκπρόσωποι της ομοσπονδίας των εργαζομένων. Ο φόβος επιβολής προστίμων που φτάνουν τα 100.000 ευρώ δημιουργεί, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, ένα κλίμα παραλυτικό. «Κανείς δεν θα υπογράφει, κανείς δεν θα παίρνει ευθύνη. Αυτό δεν είναι αποτελεσματικό κράτος, είναι διοίκηση σε καθεστώς πανικού» τονίζουν.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, αρμόδιες πηγές απορρίπτουν τις κατηγορίες περί αυταρχισμού. «Το νέο Πειθαρχικό δεν στρέφεται κατά του έντιμου υπαλλήλου. Στρέφεται κατά της ατιμωρησίας και της διαφθοράς που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος» σημειώνουν. Κυβερνητικά στελέχη επιμένουν ότι οι αυστηρές ποινές αφορούν ακραίες περιπτώσεις και ότι η αξιολόγηση αποτελεί διεθνή πρακτική. «Η κοινωνία απαιτεί λογοδοσία. Το Δημόσιο δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς κανόνες και συνέπειες» υποστηρίζουν για να δικαιολογήσουν την αυστηρότητα του νομοθέτη.
Νομικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου
Η νομική κοινότητα στην περίπτωση της εφαρμογής του νέου Πειθαρχικού Δικαίου εμφανίζεται διχασμένη. Συνταγματολόγοι επισημαίνουν ότι τα αυτοτελή οικονομικά πρόστιμα, αποκομμένα από το εισόδημα του υπαλλήλου, ενδέχεται να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας. Η αλήθεια είναι ότι ένα πρόστιμο των 100.000 ευρώ για έναν δημόσιο υπάλληλο ισοδυναμεί με οικονομική εξόντωση και το ερώτημα είναι αν αυτό από μόνο του αντέχει σε δικαστικό έλεγχο. Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται και η αφαίρεση μισθολογικών κλιμακίων.
«Δεν πρόκειται για πρόσκαιρη ποινή, αλλά για μόνιμη υποβάθμιση που επηρεάζει ακόμη και τη σύνταξη. Αυτό αλλάζει ριζικά το εργασιακό καθεστώς» επισημαίνεται από τις ομοσπονδίες των εργαζομένων. Σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς, όπου η αρνητική αξιολόγηση μπορούσε να οδηγήσει σε επανεκπαίδευση, ο νέος νόμος αντιμετωπίζει την άρνηση συμμετοχής ως πειθαρχικό αδίκημα. «Η κατάργηση της δεύτερης ευκαιρίας μετατρέπει την αξιολόγηση σε εργαλείο απομάκρυνσης και όχι βελτίωσης» σχολιάζει νομικός σύμβουλος που αναλαμβάνει στα δικαστήρια υποθέσεις δήμων της περιφέρειας.
Ταχεία εκκαθάριση ή βιασύνη με κόστος τα δικαιώματα;
Η εμπλοκή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και οι ασφυκτικές προθεσμίες για την ολοκλήρωση παλαιών υποθέσεων έχουν στόχο την επιτάχυνση της πειθαρχικής Δικαιοσύνης. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ταχύτητα δεν πρέπει να υποκαθιστά την ουσιαστική εξέταση. «Η πειθαρχική διαδικασία δεν είναι γραμμή παραγωγής. Το δικαίωμα ακρόασης δεν μπορεί να θυσιαστεί στον βωμό των αριθμών» τονίζεται.
Οι ΟΤΑ στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ΟΤΑ, όπου η μη χρήση Μέσων Ατομικής Προστασίας μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα. «Είναι σωστό να προστατεύονται οι εργαζόμενοι, αλλά πρώτα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι δήμοι θα διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό» επισημαίνουν αιρετοί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι εξοπλισμοί όμως ως γνωστόν κοστίζουν αρκετά χρήματα και είναι ευρέως γνωστό ότι υπάρχουν δήμοι οι οποίοι με το ζόρι «τα βγάζουν πέρα» και στοχεύουν διαρκώς στις κρατικές επιχορηγήσεις και σε προγράμματα έργων για να λειτουργήσουν.
Εχοντας λοιπόν μπροστά μας μία νέα πραγματικότητα, είναι γεγονός ότι το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο δεν πρέπει να αφήνει κανέναν αδιάφορο. Από την πλευρά της η κυβέρνηση μιλά για τομή και αποκατάσταση της τάξης και τα συνδικάτα για θεσμική οπισθοδρόμηση και εργασιακή ανασφάλεια. Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση θα μεταφερθεί στο μέλλον και στις δικαστικές αίθουσες, με τις προσφυγές να θεωρούνται πλέον αναπόφευκτες. Τώρα αν το νέο πλαίσιο θα οδηγήσει σε ένα πιο αποτελεσματικό κράτος ή σε βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

