«Mε κουράζουν οι πράξεις που/δεν έκανα. Τα Ναι και τα Οχι που/δεν είπα, μου φράζουν το στόμα/και το αίμα που/δεν έδωσα λερώνει το πουκάμισό μου… Και μου έλεγε. Το σώμα μου αφού το υπογραμμίσεις με όλες τις νυχιές του κόσμου, πρέπει να το αποστηθίσεις για τους Χειμώνες που θα ταξιδεύεις…».
Με αυτούς τους στίχους και με ένα ποίημα χωρίς τίτλο τελειώνει η πέμπτη ποιητική συλλογή του βουλευτή Τάσου Κουράκη, με τον τίτλο «67%». Είχαν προηγηθεί άλλες τέσσερις ποιητικές προσπάθειες του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, πέρα από τις ακτιβιστικές του ενέργειες στη Γάζα αλλά και αλλού, έχει μάθει να εντυπωσιάζει και με τις επιδόσεις τους στο χαρτί. Το «Ιχνηλατώντας το παρόν», που ήταν η πρώτη του ποιητική συλλογή, χρονολογείται από το 1995, «Η λίμνη Βικτορία» από το 1997, το «Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν» από το 2002 και το «Ιερωτικόν», που δημιούργησε πολλές συζητήσεις, είχε εκδοθεί πριν από τρία χρόνια. Σε αυτό το τελευταίο διαβάσαμε πολλούς στίχους ερωτικής ποίησης.
«Εγώ σκυφτός -κάθε μπρούμυτα- δαχτυλοαφώ το σώμα της στη μαύρη κάμαρη / Λευκό μπαστούνι ο φαλλός μου χτυπάει την πόρτα του αμετάκλητου / Τυφλώνομαι από το φως του / Ορώ» έγραφε στο πρώτο ποίημα του τρίτου μέρους της ποιητικής του συλλογής ο -γιατρός στο επάγγελμα- βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Και λίγο μετά: «(Αυτή) – Τι είναι ο κόλπος μου; (Αυτός) – Είναι μια σύριγγα χωρίς το έμβολο που καλεί το φαλλό να τρυπηθούν μαζί από την πρέζα του έρωτα (Αυτή) – Σύριγγα, ή σήραγγα; (Αυτός) – Σήραγγα που ανακαλεί κεκοιμημένους κωδωνοκρούστες (Αυτή) – Κεκοιμημένους ή ταριχευμένους; (Αυτός) – Ολοι οι φαλλοί είναι ταριχευμένα ξόανα που νοτίζονται απ’ το νόστο της μήτρας (Αυτή) – Της δικής μου μήτρας; (Αυτός) – Της δικής σου. Εσύ γεννήθηκες απ’ τη δική σου μήτρα (Αυτή) – Εγώ γεννήθηκα απ’ τη δ ι κ ή μου μήτρα».
Τότε τις σελίδες της ποιητικής συλλογής του Τάσου Κουράκη υπήρχε και έτερο, ακόμη πιο έντονο, ερωτικό κρεσέντο: «Ενώναμε τα αιδοία μας καταργώντας την εσοχή της και την εξοχή μου / κατακτώντας την παλινόρθωση του ανδρόγυνου / όπου ο άνδρας αποκτά αιδοίο χωρίς εξοχή και η γυναίκα εσοχή με πλήρωση / Ετσι που ο άνδρας γράφεται πλέον με Αλφα κεφαλαίο και η γυναίκα με Θήτα κεφαλαίο».
Τρία χρόνια μετά, οι ερωτικοί τόνοι για τον 64χρονο πολιτικό με τη μακριά αλογοουρά και την κόκκινη μπαντάνα στον λαιμό εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά έχουν υποχωρήσει. Και μόνο ο τίτλος της συλλογής («67%») το υποδηλώνει, καθώς παραπέμπει σε πιο κοινωνικοπολιτικά θέματα, σε επιδόματα και σε εποχές Μνημονίου. «Θέλω να χάσω τα χέρια μου, τας φρένας μου, τα νεφρά μου για ένα επίδομα για να ζήσουν τα μάτια μου, τα σπλάχνα μου, το δέρμα μου. Στην κοινωνία που φτιάξανε καλότυχοι είναι οι παραπληγικοί, οι με σκλήρυνση κατά πλάκας, οι μεταμοσχευμένοι, που δεν απολύονται. Θέλω να ζήσω!. Θέλω να γίνω 67%» διαβάζουμε στο ποίημα με τον τίτλο «Εν καιρώ πολέμου», που ανοίγει το βιβλίο. Και λίγο μετά στο ομώνυμο ποίημα γίνεται αναφορά στον πόλεμο της ζωής. «Ποιος σου είπε πως τελείωσε ο πόλεμος; Επειδή δεν το λέει η τηλεόραση και δεν το διαβάζεις στις εφημερίδες; Ανοιξε τις μικρές αγγελίες και θα δεις το στρατιωτικό ανακοινωθέν των απωλειών στο μέτωπο του πολέμου της ζωής. Διάβασε για τις αυτοκτονίες απελπισμένων ανθρώπων».
Στο ποίημα «Οι Πλατείες», η επαναστατική με την ερωτική διάθεση αναμειγνύονται έντονα. «Ημασταν στην κορυφή της πορείας στη Μεγάλη Απεργία, τα πάντα νεκρωμένα, τα πάντα ζώντα στη διαδήλωση. Στο βάθος του πλήθους δύο παιδιά με κόκκινες σημαίες φιλιόντουσαν δεν απεργούσαν. Ηταν οι ΑΠΕΡΓΟΣΠΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ». Οταν ο ποιητής Κουράκης γίνεται πιο προσωπικός, αυτοπροσδιορίζεται ως αντισυμβατικός και αντικυριλέ. «Δεν το μπορώ το κυριλέ. Θέλω ο θυμός μου να γίνει κάρβουνο και δυναμίτης. Και όσον δεν το καταφέρνω, καρτερώ να γυρίσει ο καιρός από κάποιον έρωτα χειροβομβίδα. Και καθώς τον προσμένω πυρίτιδα γίνομαι και φυτίλι».
Και στην τελική ευθεία του βιβλίου, στο ποίημα «Το Κόκκινο έγινε φως», γίνεται και πάλι προσωπικός, πολιτικός, αλλά και ερωτικός, χωρίς πάντως να επεκτείνεται στις φραστικές ερωτικές υπερβολές του προηγούμενου βιβλίο του, «είχα χαθεί μέσα στην επανάσταση δίχως να γνωρίζω αν έψαχνα για δικαιοσύνη ή για εκείνη. Ωσπου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και το κόκκινο έγινε ΦΩΣ», ενώ λίγες σελίδες μετά γράφει ότι «στον έρωτα δεν χωράνε υποκατάστατα. Ως και η απεξάρτηση αποκηρύσσεται. Μόνη διαφυγή η τρέλα με κολλημένα χείλη σαν χειροπέδες».
Ο… μελισσοκόμος
Πάντως, αν κάτι αποκαλύπτεται σε αυτήν τη νέα ποιητική συλλογή του Τάσου Κουράκη, είναι η υπόγεια τάση του για τη μελισσοκομία. Να θυμίσουμε ότι μόλις πριν από μερικές ημέρες ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ της Α’ Θεσσαλονίκης, σε μια συνάντηση που είχε με τους εργαζομένους στα μεταλλεία χρυσού της Χαλκιδικής, τους πρότεινε ως λύση διεξόδου για το εργασιακό τους μέλλον, αν σταματήσει η εξόρυξη στην περιοχή, να «γίνουν μελισσοκόμοι». Ακούστε λοιπόν πώς περιγράφει τις «ρωγμές που αποσαθρώνουν το οικοδόμημα». «Είναι ο συνεταιρισμός που διώχνει την πολυεθνική αλυσίδα, οι άστεγοι που καταλαμβάνουν το άδειο κτήριο αρνούμενοι το παράλογο της κενής ιδιοκτησίας, είναι οι γιατροί που θεραπεύουν τους ανασφάλιστους δωρεάν. Είναι το ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας»…

