Τονίζοντας ότι στην παρούσα φάση αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι η περαιτέρω μείωση του ελληνικού χρέους αλλά η αποδέσμευση των κονδυλίων που απαιτούνται για τις μεταρρυθμίσεις, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τη στήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης, ο Τσαρλς Νταλάρα του IIF, μιλώντας στην Ελληνική Υπηρεσία της Φωνής της Αμερικής, δήλωσε ότι τα 10 δισ. ευρώ που θα διατεθούν για το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων θα ήταν προτιμότερο «να είχαν χρησιμοποιηθεί για απευθείας επενδύσεις στην ελληνική οικονομία». Παρ’ όλα αυτά διευκρίνισε ότι η διαδικασία «θα έχει ορισμένα οφέλη για την Ελλάδα», αλλά δεν παρέλειψε να πει, σχολιάζοντας τα υψηλά ποσοστά ύφεσης στην Ελλάδα, ότι «τόσο μεγάλη συρρίκνωση δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται για πολύ καιρό σε καμιά δημοκρατική κοινωνία». Τόνισε δε χαρακτηριστικά ότι εδώ και 35 χρόνια δεν ξαναείδε μια εθνική οικονομία να συρρικνώνεται σε τέτοιον μεγάλο βαθμό και για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρ’ όλα αυτά ο Νταλάρα δεν απέκλεισε την πιθανότητα για ανάγκη πρόσθετης χρηματοδότησης της Ελλάδας του χρόνου από τους εταίρους, εκφράζοντας ωστόσο την εκτίμησή του ότι «η Αθήνα μπορεί να τα καταφέρει».
Την άποψη ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα διαγραφή χρέους, διότι η δανειοδότησή της είναι προς το παρόν επαρκής και χάρη σε αυτήν το χρέος της είναι βιώσιμο τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, εξέφρασε με δηλώσεις του σε αυστριακό περιοδικό και ο γνωστός Γερμανός οικονομολόγος και επικεφαλής των συμβούλων του ομίλου ασφαλειών Allianz Μίχαελ Χάιζε. Την ίδια στιγμή και ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Γιενς Βάιντμαν επανέλαβε την αντίθεσή του σε κάθε διαγραφή μέρους του ελληνικού χρέους. «Η μείωση των επιτοκίων που αποφασίστηκε και το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων αντιπροσωπεύουν ήδη μια περικοπή του χρέους» εκτίμησε ο Γερμανός, σύμφωνα με τον οποίο μια διαγραφή του χρέους «θα επιβράβευε τα λάθη προηγούμενων προγραμμάτων, χωρίς να επιλύσει τα βασικά προβλήματα της Ελλάδας».
Τέλος, σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη «Bild» ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε ότι «η πίεση προς την Ελλάδα για αλλαγές πρέπει να διατηρηθεί», ενώ δεν δίστασε να αποκαλύψει το γεγονός ότι «τα πλεονεκτήματά μας από τη Νομισματική Ενωση είναι πολύ μεγαλύτερα από ό,τι μας κοστίζουν όλες οι βοήθειες».

