Με λουκέτα απειλούν οι βιομήχανοι την κυβέρνηση, στην περίπτωση που δεν προχωρήσει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, το οποίο φτάνει πλέον το 50% του συνολικού κόστους παραγωγής των ελληνικών επιχειρήσεων. Τα αιτήματα των βιομηχανιών μετέφερε χθες στον πρωθυπουργό Α. Σαμαρά ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Στη χθεσινή συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν οι αρμόδιοι υπουργοί καθώς και εκπρόσωποι των βιομηχανιών, που είναι μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας, αναφέρθηκε ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος έχει ήδη προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις εξαγωγικές μονάδες της χώρας, οι οποίες καλούνται να είναι ανταγωνιστικές. Για το θέμα έχει ευαισθητοποιηθεί ο κ. Σαμαράς, με την κυβέρνηση να εξετάζει διάφορα σενάρια, όταν το επιτρέψουν οι δημοσιονομικές συνθήκες. Χθες συζητήθηκαν προτάσεις αντιμετώπισης του προβλήματος στο πλαίσιο τόσο της οικονομικής συγκυρίας όσο και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε την προηγούμενη εβδομάδα η Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), το ενεργειακό κόστος αποτελεί πλέον (εξαιτίας της υψηλής φορολόγησης) το 50% του συνολικού κόστους της παραγωγικής διαδικασίας, ξεπερνώντας το εργατικό κόστος. Αποτελεί τον κύριο παράγοντα διεθνούς ανταγωνιστικότητας και δυσχεραίνει την πρόσβαση των ελληνικών βιομηχανιών σε αγορές του εξωτερικού. Επιπλέον, οδηγεί σε πλήρη απαξίωση επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε βασικό εξοπλισμό και σε εκσυγχρονισμό για τη βελτίωση της παραγωγής, ενώ μπορεί να οδηγήσει άμεσα σε απώλεια θέσεων εργασίας και σε πλήρη αποσύνθεση του δευτερογενούς τομέα.
Οι βιομήχανοι πιέζουν τη ΔΕΗ για χαμηλότερα τιμολόγια (η σχετική αγορά έχει απελευθερωθεί), με τη διοίκηση της τελευταίας να υποστηρίζει ότι οι φόροι επιβαρύνουν και το δικό της κόστος παραγωγής. Συνεπώς δεν είναι εύκολο να προχωρήσει στις μειώσεις τιμολογίων που ζητούν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες. Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, το κόστος εκτοξεύεται από τη δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ που εκμεταλλεύεται τις εθνικές πηγές ενέργειας, τη μη λειτουργία του ανταγωνισμού, το πλήθος των ρυθμιζόμενων χρεώσεων και τη μονοδιάστατη εισπρακτική αντιμετώπιση της αγοράς. Η χώρα μας, συγκριτικά με τις χώρες της Ε.Ε., παρουσιάζει τους υψηλότερους συντελεστές Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ), που φτάνουν το 5% του τελικού κόστους.

