Την τελευταία φορά που συνεργάστηκαν με την Ανγκελα Μέρκελ εκλογικά το πλήρωσαν πολύ ακριβά. Συγκεκριμένα οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), για την κυβερνητική συνεργασία τους με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) κατά την περίοδο 2005-2009 και σε μια χρονική περίοδο «μάλλον ευκολότερη οικονομικά αλλά και πολιτικά για την Ευρώπη», κατέγραψαν τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα στην Ιστορία του κόμματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τον λόγο αυτόν, και βλέποντας τη βάση τους να δηλώνει «ιδιαίτερα επιφυλακτική» για μια νέα ανάλογη κυβερνητική ένωση, το SPD προσπαθεί να βάλει τις κόκκινες γραμμές του στους όρους της πιθανολογούμενης συνεργασίας με την αντίπερα -πολιτικά- όχθη. Αλλωστε η Τετάρτη, ημέρα κατά την οποία εκκινούν οι σχετικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στα δύο κόμματα, πλησιάζει. «Αυτή τη φορά μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα συνάψουμε συμφωνία συνασπισμού, στο πλαίσιο της οποίας τελικά θα κάνουμε το αντίθετο από αυτό που υποσχεθήκαμε στις εκλογές» δήλωνε χαρακτηριστικά το Σάββατο στην «Bild» ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ.
Το κόμμα πάντως παραδέχεται ότι «μερικοί συμβιβασμοί θα είναι απαραίτητοι» προκειμένου να υπάρξει συμφωνία, άρα και δημιουργία νέας κυβέρνησης στη μετεκλογική πλέον Γερμανία. Για να ισχυροποιήσει μάλιστα εσωκομματικά τη διαπραγματευτική του θέση απέναντι στη Μέρκελ, ο Γκάμπριελ έθεσε ενώπιον 235 στελεχών του SPD τη λίστα 10 αιτημάτων που θα βάλουν στους Χριστιανοδημοκράτες οι Σοσιαλδημοκράτες, ζητώντας να λάβει πρώτα τη δική τους έγκριση. Σε αυτή περιλαμβάνονται η θέσπιση ενός ενιαίου κατώτατου ωρομισθίου που θα πρέπει να ανέρχεται σε τουλάχιστον 8,50 ευρώ μεικτά, η εξασφάλιση συντάξεων πάνω από τα όρια της φτώχειας, ίση αμοιβή για άνδρες και γυναίκες, όπως και το δικαίωμα της διπλής υπηκοότητας. Οσον αφορά τα ευρωπαϊκά θέματα -κι ενώ από τον κατάλογο αιτημάτων λείπει η βασική προεκλογική υπόσχεση για αυξήσεις φόρων στα υψηλά εισοδήματα μετά το «όχι» της Μέρκελ-, το SPD θα ζητήσει τη θέσπιση φόρου στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, τη συμμετοχή των χρηματαγορών στα έξοδα για την αντιμετώπιση οικονομικών κρίσεων, όπως επίσης μέτρα για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

