Εως 57% έχουν μειωθεί οι τιμές των γραφείων και των καταστημάτων της Θεσσαλονίκης από την αρχή της κρίσης (2008), σύμφωνα με έρευνα της εταιρίας πιστοποιημένων εκτιμητών και συμβούλων ακινήτων GLP Values Α.Ε.
Ωστόσο, οι ιδιοκτήτες δεν φαίνεται ότι συνειδητοποιούν ότι η εμπορική «βιτρίνα» της πόλης έχει «ραγίσει», με αποτέλεσμα να έχουν ακόμη υψηλές απαιτήσεις.
Οπως επισημαίνεται στην έρευνα της ελληνικής εταιρίας πιστοποιημένων εκτιμητών και συμβούλων ακινήτων, οι ενδιαφερόμενοι θα συναντήσουν πλασματική εικόνα στους κύριους εμπορικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, «αφού οι τιμές πώλησης και τα ενοίκια που στοχεύουν οι ιδιοκτήτες είναι κατά 20%-25% υψηλότερα από αυτά που πληρώνουν οι υποψήφιοι αγοραστές – ενοικιαστές».
Πάντως, γενικότερη αξιολόγηση της GLP Values για την αγορά της Θεσσαλονίκης είναι ότι στους κεντρικούς δρόμους της πόλης η μείωση των τιμών κινείται μεταξύ 40% και 57%. Το εύρος της πτώσης ερμηνεύεται από το σημείο, την παλαιότητα και το είδος του ακινήτου.
Οι τιμές που κατέγραψε η GLP Values είναι οι πραγματικές τιμές που γίνονται πράξεις, μολονότι οι συναλλαγές είναι σχετικά περιορισμένες γι’ αυτές τις κατηγορίες ακινήτων. Για παράδειγμα, στην Τσιμισκή και τη Λεωφόρο Νίκης, τους πλέον εμπορικούς δρόμους της συμπρωτεύουσας, οι ιδιοκτήτες εμπορικών καταστημάτων μπορούν να πωλήσουν ένα κατάστημα 100 τ.μ. από 280.000 έως 380.000 ευρώ. Με βάση τις τρέχουσες τιμές πώλησης και τα μισθώματα που ισχύουν, η ετήσια απόδοση του εν λόγω ακινήτου προ φόρων είναι της τάξης του 6,5%-6,75%.
Το ίδιο ισχύει και για την ενοικίαση ενός γραφείου στην περιοχή που περιβάλλεται από τις οδούς Εγνατία και Ερμού. Ετσι, για ένα ακίνητο αρκετά παλαιό, ο ενοικιαστής είναι διατεθειμένος να πληρώσει κατά μέσο όρο 3,5-4 ευρώ το τ.μ. Η μείωση των ενοικίων για την πενταετία της ύφεσης φτάνει περίπου το 55% για τη συγκεκριμένη περιοχή.
Μια σχετική ανάσχεση σε αυτόν τον ρυθμό πτώσης παρουσιάζει η περιοχή της Καλαμαριάς, όπου η υποχώρηση στις τιμές επαγγελματικών και εμπορικών ακινήτων κυμαίνεται περίπου στο 47%-50%.

