«Η δολοφονία των τριών εφήβων που είχαν απαχθεί πριν από μερικές εβδομάδες ξυπνά τους χειρότερους φόβους των Ισραηλινών. Ενας από τους σκοπούς της ίδρυσης του εβραϊκού κράτους, άλλωστε, ήταν να εξασφαλιστεί ότι οι κάτοικοί του δεν θα ξαναδούν να παίρνουν τα παιδιά τους από κοντά τους» έγραφε προχθές σε άρθρο του, που δημοσίευε στις σελίδες του ο «Guardian», ο Ισραηλινός αρθρογράφος της Haaretz Ανσελ Πφέφερ. Εξηγούσε μάλιστα ότι «είτε κάποιος αγαπά είτε μισεί το Ισραήλ» θα πρέπει να καταλάβει ότι «οι Ισραηλινοί προσεβλήθησαν βαθύτατα από μερικά ξένα μέσα ενημέρωσης που αντιμετώπισαν το όλο ζήτημα (της εξαφάνισης και ακολούθως της δολοφονίας των τριών εφήβων από το Ισραήλ) ως μια απλή απαγωγή ή χαρακτήρισαν τους απαχθέντες «εποίκους». Για τους Ισραηλινούς δεν επρόκειτο για άλλον έναν γύρο βίας σε έναν αδιάκοπο κύκλο, αλλά για μια εθνική τραγωδία, για την επιτομή ενός διαχρονικού αγώνα».
Η ισραηλινή οπτική για ακόμη μία φορά φαίνεται ότι εξαιρεί την παλαιστινιακή πλευρά. Να μην προσμετρά δηλαδή και το πώς μπορεί να αντιλαμβάνονται οι Αραβες τα γεγονότα. Το πιθανότερο, λοιπόν, είναι οι χθεσινές εκκλήσεις του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, προς όλες τις πλευρές, «να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση» περισσότερο να ήχησαν σαν «ακόμη ένα ισραηλινό ευχολόγιο» στα αυτιά των Παλαιστινίων, παρά σαν ουσιαστική πολιτική τοποθέτηση.
Το κακό, άλλωστε, είχε ήδη συμβεί. Η απαγωγή και η δολοφονία από αγνώστους (;), ενός 17χρονου Παλαιστίνιου, του Μοχάμαντ Αμπού Χντέιρ, η σορός του οποίου βρέθηκε χθες σε περιοχή της δυτικής Ιερουσαλήμ χωρίς δεύτερη σκέψη για τους ομοεθνείς του, δεν ήταν τίποτε άλλο από «πράξη αντιποίνων».
Ως εκ τούτου, χθες ήταν σειρά των Παλαιστινίων να βγουν από νωρίς το πρωί της Τετάρτης στους δρόμους της Ιερουσαλήμ, διαδηλώνοντας για τη δολοφονία του 17χρονου, με την ισραηλινή αστυνομία να επιχειρεί να καταστείλει με άγριο τρόπο την κινητοποίηση. Οι πλαστικές σφαίρες και οι βόμβες κρότου-λάμψης που χρησιμοποίησαν οι δυνάμεις καταστολής πυροδότησαν ακόμη περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα, ενώ οι Παλαιστίνιοι από την πλευρά τους εκτόξευαν πέτρες -και ορισμένες βόμβες μολότοφ- κατά των αστυνομικών. Σύμφωνα με φωτορεπόρτερ του γαλλικού πρακτορείου ειδήσεων, πάνω από 30 Παλαιστίνιοι και δύο δημοσιογράφοι τραυματίστηκαν από τις ισραηλινές πλαστικές σφαίρες, ενώ κάποιοι ανέφεραν ότι η ένταση των συγκρούσεων «θύμιζε τις παλαιστινιακές ιντιφάντες».
Η αιμοφιλική πληγή του παλαιστινιακού παραμένει ανοιχτή. Ο Παλαιστίνιος πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς δήλωνε χθες ότι θεωρεί «εξ ολοκλήρου υπεύθυνο» το Ισραήλ για την απαγωγή και τη δολοφονία του 17χρονου Αραβα. Ο Νετανιάχου από την πλευρά του χαρακτήριζε τη δολοφονία του νεαρού Χντέιρ «ειδεχθές έγκλημα», ενώ ζητούσε την έναρξη έρευνας για τον εντοπισμό των δραστών το συντομότερο δυνατό.
Ιστορικά, όμως, η πολιτική ποτέ δεν αποτέλεσε εργαλείο ουσιαστικής επίλυσης των διαφορών των Ισραηλινών και των Παλαιστινίων. Δικαίως λοιπόν ο «Guardian» στο κεντρικό άρθρο του υπογράμμιζε χθες ότι το πιο σημαντικό τώρα είναι ότι όποια απάντηση επιλέξει να δώσει το Ισραήλ (στο θέμα της δολοφονίας των τριών εφήβων) πρέπει να είναι απάντηση που θα μειώνει και δεν θα κλιμακώνει την ήδη μεγάλη ένταση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
«Θα πλήξει στη Γάζα τη Χαμάς;»
«Τι θα κάνει τώρα το Ισραήλ; Θα εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να προσπαθήσει να εξουδετερώσει τη Χαμάς;» ήταν τα ερωτήματα που έβαζε χθες η «Liberation». «Προς το παρόν λέγονται πολλά» απαντούσε στη γαλλική εφημερίδα ο Ισραηλινός αναλυτής Αβί Ισασαρόφ. «Στην πράξη, όμως, το Ισραήλ έχει περιορισμένες δυνατότητες. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πλήξει τη Χαμάς στη Γάζα. Αλλά ο Νετανιάχου δεν θέλει να διακινδυνεύσει την εκτόξευση παλαιστινιακών πυραύλων στο νότιο Ισραήλ. Στην τελευταία συνεδρίαση των υπηρεσιών ασφαλείας, κάποιος πρότεινε να κατασκευαστεί ως αντίποινα ένας νέος οικισμός. Αλλά αυτό είναι γελοίο».
Γιώργος Τραπεζιώτης


