Η καλλιτεχνική Ελευθερία της Αρβανιτάκη: Μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης

Στα τέλη του Ιανουαρίου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη διακόπτει για μερικές ημέρες τις εμφανίσεις της στο Diogenis Studio με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. Μαζεύει τους συνεργάτες της, φτιάχνει ένα πρόγραμμα από 23 τραγούδια και φεύγει για να βάλει μια ακόμα σφραγίδα στο καλλιτεχνικό της διαβατήριο. Η πρόσκληση της είχε γίνει πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2012. Ο αποστολέας ήταν το περιβόητο Carnegie Hall, ο εμβληματικός χώρος στη Νέα Υόρκη που προσφέρει το σκηνικό για τα όνειρα κάθε καλλιτέχνη στο χώρο της μουσικής, και ζητούσε από εκείνη να συνθέσει και να παρουσιάσει εκεί μια προσωπική της συναυλία. Μέχρι να φτάσει η ώρα της συναυλίας, η Ελευθερία έχει βρεθεί στο εξώφυλλο του προγράμματός του. Στη γωνία της 57ης οδού και της 7ης λεωφόρου, η φωτογραφία της βρίσκεται στη γωνία του ιστορικού του κτιρίου. Ακόμη και για μια τραγουδίστρια που έχει προσκληθεί να τραγουδήσει για τον Πάπα, που έχει προσκληθεί από την όπερα του Σίδνεϋ και από καλλιτέχνες όπως ο Φίλιπ Γκλας, η ειδική βαρύτητα της βραδιάς γέρνει τη ζυγαριά προκλητικά. Λίγο άγχος θα ήταν αναμενόμενο. Όμως εκείνη έχει παραπάνω άγχος από το λίγο. Παρ’ όλο που είναι έτοιμη. Παρ’ όλο που οι μουσικοί της, για τους οποίους μιλάει με θαυμασμό, είναι όλοι τους σολίστες που θα μπορούσαν ο καθένας να νικήσει μόνος του σε μια μάχη με τον επιβλητικό χώρο. Την πρώτη μέρα του Φεβρουαρίου, η Ελευθερία ετοιμάζεται να βγει στη σκηνή για μια βραδιά που όπως λέει «κατέδειξε έναν δρόμο που έκανε όλο αυτό το ταξίδι να έχει νόημα από την πρώτη του μέρα». Την ίδια στιγμή, η ίδια έχει αγωνία να ακούσει τη φωνή της. Κάτι την παιδεύει, κάτι της δένει τον λαιμό κόμπο. Είναι ένα ύπουλο μικρόβιο, αλλά όχι του άγχους. Όπως θα έλεγε ο Γκέι Ταλίζ, η Ελευθερία Αρβανιτάκη έχει γρίπη.

Έχει ταλαιπωρηθεί αρκετό καιρό, ανακαλύπτοντας συνεχώς καινούρια άκρα στην αντοχή και στην προετοιμασία της. Μου έχει πει το πρόγραμμά της και προσπαθώ να τη φανταστώ στη σκηνή. Οι μουσικοί ξεκινούν το «Στην αρχή των τραγουδιών» του Νίκου Ξυδάκη. Τι κόλπα έχει αποκτήσει για να ξεπεράσει την αγωνία της; «Προσπάθησα να μην σκεφτώ το μέγεθος του γεγονότος και τους δημοσιογράφους που ήταν από κάτω. Σκέφτηκα ότι παίζω σε μια από τις συναυλίες που κάνω γενικότερα στο εξωτερικό. Προσπάθησα να ξεχάσω πόσο σημαντικό γεγονός είναι αυτό. Ανέβηκα στη σκηνή με τους μουσικούς, αλληλοκοιταχτήκαμε, αλληλοθαυμαστήκαμε, είπαμε “τι ωραία που θα περάσουμε απόψε”, ένιωσα τη φροντίδα όλων των συναδέλφων επάνω στη σκηνή, την προσοχή τους και την αγάπη για την δυσκολία που είχα, αλλά και για τη γιορτή που πάμε να ζήσουμε, και ξεκινήσαμε να παίξουμε, όπως θα παίζαμε με μόνο μας στόχο τη χαρά αυτής της τέχνης», λέει. Σκέφτομαι όσα μου έχει πει για τη συναυλία εκείνη και τον ενθουσιασμό στη φωνή της. «Είναι από αυτά τα πράγματα που σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι και τώρα να σταματήσω, θα είμαι πολύ ευτυχής. Και το εισέπραξα χωρίς να σκέφτομαι το μετά, τι θα ακολουθήσει.» Ακόμη και τόσους μήνες μετά, η αυτονομία αυτής της στιγμής όπως την περιγράφει, με κάνει να σκέφτομαι πως σε εκείνα τα δευτερόλεπτα της πρώτης εισαγωγής, κάποιος εσωτερικός μετρονόμος δίνει το ρυθμό σε έναν ειρμό σκέψεων που ιστορεί μια πολύ μεγάλη καριέρα. Με πολλές αναβολές, στριμώξαμε στο πρόγραμμά της μερικά ραντεβού για να τις συζητήσουμε.

 

 

Μυστική σκέψη #1 : «Μένω εκτός»

 

«Δεν είχα στο κεφάλι μου να γίνω τραγουδίστρια. Αισθανόμουν τουρίστας εκεί. Μου προέκυψε το να ασχοληθώ με την μουσική. Και μου προέκυψε από την αρχή με τόσο μεγάλη επιτυχία, που τον όποιο ενδοιασμό ή φόβο ή την όποια επιφυλακτικότητα υπήρχε, τους πήρε μακριά αυτός ο αέρας της επιτυχίας και της αποδοχής», λέει για την αρχή της πορείας της. Και ήταν έτοιμη να φύγει. Σαν τουρίστας και πάλι, όταν διαλύθηκε η Οπισθοδρομική. «Ήταν πολύ καθαρό το αίσθημα. Φεύγοντας από μια ομάδα, βγαίνοντας από μία προστασία, αναλαμβάνεις την ευθύνη μιας προσωπικής πορείας: Να τα κάνεις όλα εσύ. Είναι πολύ πιο δύσκολο, πολύ πιο επίπονο, αλλά και θαυμαστό ταυτόχρονα. Γι αυτό άλλωστε και διαλύθηκε η οπισθοδρομική. Επειδή έφτασε ο καιρός που έπρεπε να κάνουμε κάτι καινούριο. Δεν μας ενδιέφερε να συνεχίσουμε σαν ρέπλικα. Από ένα σημείο και μετά όλο αυτό γινόταν μια μανιέρα χωρίς λόγο. Το δικό μου όριο για το στοίχημα αν θα μείνω ή αν θα φύγω μπήκε στο “Μένω εκτός”. Δεν είχα σκεφτεί σε τι θα γύριζα ή που θα πήγαινα, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν ότι το “Μένω εκτός” θα μου όριζε αν θα μείνω στη μουσική».

 

 

 

Υπάρχει ένα κενό στην αφήγησή της και της το επισημαίνω: Από το τέλος της Οπισθοδρομικής, μέχρι την κυκλοφορία του «Μένω εκτός» μεσολαβούν αρκετά χρόνια, στα οποία εκείνη ηχογραφεί μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. «Ναι, αλλά εκείνο ήταν η πρώτη δική μου παραγωγή. Ήθελα να δω αν αυτό που είχα στο κεφάλι μου έλεγε κάτι στον κόσμο». Είναι, δηλαδή, μια απόφαση που παίρνει η Ελευθερία Αρβανιτάκη ως παραγωγός που αναλαμβάνει να χρεωθεί «τον φόβο του τι κάνεις μόνος σου» και να εγγυηθεί ότι «τώρα ξεκινάει μια εποχή άλλης γοητείας, με πιο πολλές αγωνίες και δυσκολίες. Τώρα μπαίνεις στο χώρο που λέμε δημιουργία. Είχε τεράστια γοητεία. Και ήταν τεράστια πρόκληση. Για αυτό μου πήρε λίγο χρόνο να το αποφασίσω. Όμως βρέθηκαν άνθρωποι δίπλα μου, οι οποίοι μου έφτιαξαν αυτόν τον δρόμο, μου άνοιξαν λεωφόρους για να περάσω». Εκείνη η πρώτη παραγωγή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη είναι πια ένας από τους σταθμούς της έντεχνης ελληνικής μουσικής. Θα περίμενε κάποιος πως θα ήταν αρκετή απάντηση στις αμφιβολίες της για τη θέση της. Το «Μένω εκτός», όμως, θα επέστρεφε αρκετά χρόνια μετά –και όχι σαν τίτλος δίσκου. «Είναι θολό ακριβώς πότε ήταν, επειδή μου συμβαίνει συχνά, σε όλους μας συμβαίνει συχνά. Σε ένα κενό χρόνου, προσωπικής ζωής, αλλά και δισκογραφικό, αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απέχω ή να σταματήσω. Άρχισα να δυσκολεύομαι, να αισθάνομαι εκτός εποχής. Ότι, δηλαδή, όλο αυτή η κατάσταση, η οποία επικρατούσε, δεν με αφορούσε. Και το 2012 ήθελα να αφήσω τη μουσική», μου λέει. Σκέφτομαι πως αυτό θα ήταν σίγουρα πριν την πρόσκληση από το Carnegie Hall, αλλά την ρωτάω έτσι κι αλλιώς: Έχει βάλει για το μέλλον κάποιο παρόμοιο χρονικό όριο για να αφήσει τη μουσική; «Τώρα όχι πια. Τώρα σκέφτομαι μόνο το να έχω όσο μπορώ τη χαρά και τη συγκίνηση των συναντήσεων, των συνεργασιών και των μουσικών που θα γεννήσουν.»

 

 

Μυστική σκέψη #2 : «Κι ιστορία οι παρέες»

 

Οι ομάδες και η εναλλαγή τους με την ευθύνη της προσωπικής πορείας είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στη σκέψη της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και την καθορίζει. «Έχω ανάγκη τις ομάδες γιατί έχω ανάγκη τη γνώση και την ελευθερία, οι οποίες πάνε πάντα μαζί και στις ομάδες ευδοκιμούν», διευκρινίζει, τονίζοντας πως οι μουσικοί που βρέθηκαν μαζί της στη Νέα Υόρκη και είναι δίπλα της πολλά χρόνια, είναι «μεγάλη ευλογία». Από την διάλυση της Οπισθοδρομικής και την αρχή της σόλο καριέρας της μέχρι τον σχηματισμό των ομάδων που κατά καιρούς θα φτιάχνει, ο συνδετικός κρίκος είναι αυτός ακριβώς ο ρόλος της ως παραγωγού, ως ενός ανθρώπου που συναρμολογεί το παρόν του με εξαιρετική προσπάθεια. «Με ενδιαφέρει πολύ η παραγωγή, το όλον. Βέβαια, θέλει πολύ χρόνο και τρελή αφοσίωση. Τις φορές που πετυχαίνει μια παραγωγή αισθάνεσαι ότι όλο αυτό το πράγμα που έχεις στο κεφάλι σου, από τους συνεργάτες, με τους οποίους επέλεξες να φτιάξεις από τον ήχο, μέχρι το πάντρεμα ανθρώπων για να φτιάξετε μαζί πράγματα, βγάζει μαγικά αποτελέσματα. Βεβαίως, έχουν προκύψει και αδιάφορα πράγματα, αυτό συμβαίνει πάντα. Θα ήθελα πάρα πολύ να γράφω τα τραγούδια μου, είναι κι αυτό ένα κομμάτι που μου λείπει και θα ήθελα πάρα πολύ να το είχα. Είναι πολύ σημαντική η τέχνη και του συνθέτη και του στιχουργού. Έχω θαυμάσει και θαυμάζω ακόμα αυτούς τους ανθρώπους που έρχονται κοντά σε αυτή τη μαγική στιγμή και συντονίζονται όλοι με αυτήν για να γίνει αυτό το μικρό θαύμα που και η ερμηνεία και η μουσική και ο ήχος και όλα αυτά συνθέτουν μία συνάντηση, η οποία μένει και στην ιστορία», λέει. Το ετερόκλητο ρεπερτόριό της, που κάποιες εποχές σκορπίζεται σε πολλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών, δείχνει με μεγάλη σαφήνεια αυτή τη διαδικασία. Πώς νιώθει για τις συμμετοχές της αυτές; Πώς τις διαλέγει και ποια είναι η διαφορά τους με τις προσωπικές της δουλειές; «Το ίδιο είναι. Φιλοξενείσαι στον δίσκο κάποιου τρίτου για να πεις ένα τραγούδι, και είναι κι αυτό ένα κομμάτι της προσωπικής σου πορείας. Δεν αισθάνομαι ότι χάνομαι εκεί, ότι γίνομαι μέρος ενός άλλου πράγματος. Αντιθέτως. Αν, μάλιστα, διακριθεί κιόλας το κομμάτι, η χαρά είναι ακόμα μεγαλύτερη. Συμμετέχω σε δίσκους τρίτων γιατί λατρεύω τα κομμάτια τους, ξέρω ότι πρέπει να είναι εκεί, σε εκείνες τις δουλειές, και θέλω οπωσδήποτε να τα πω. Και κάνω αυτό το πράγμα. Άλλωστε, έχω και μία τέτοια σχέση ετών με τον Νίκο Ξυδάκη. Με τις συμμετοχές που έχω κάνει στους δίσκους του έχουμε κάνει σχεδόν δύο δίσκους μαζί. Αυτό μου φαίνεται πολύ γοητευτικό.» Κάπως έτσι, το ρεπερτόριό της δεν περιορίζεται στο απλώς επίκαιρο, δεν προσκολλάται στο γνωστό και το κοντινό. Η Αρβανιτάκη ψάχνει, κυνηγάει τους ήχους της και μετά τους μεταφράζει στη δική της χροιά, φτιάχνοντας κάθε φορά το περιβάλλον μιας ομάδας. Αυτή η έννοια δεν έχει να κάνει μόνο με τους συνεργάτες της. Σχετίζεται εξίσου με το ύφος της δισκογραφίας της, αλλά και με το κοινό της.

 

 

 

Για το πρώτο, είναι προφανής η σύνθεση παραδοσιακών ελληνικών ήχων, στοιχείων της world music και κάποιων περισσότερο pop χαρακτηριστικών. Πώς γίνεται ένα όλο αυτό; Πώς γίνεται ομάδα; «Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος ήχος σε εμένα. Βεβαίως, υπάρχει στη συνείδηση του καθενός μια ταυτότητα για τον άνθρωπο που έχεις τόσα χρόνια στο αυτί σου, αλλά για εμένα αυτή είναι ευρεία. Για αυτό και είμαι πάντα με μία μπάντα που είναι τόσο εξαιρετικά ευέλικτη, αφού είναι όλοι τους εξαιρετικοί μουσικοί. Γιατί όλο αυτό πρέπει να μπορεί να γίνεται ένα πολύ εύπλαστο ζυμάρι, για να μπορείς να παίξεις από λάτιν και ροκ μπαλάντες, μέχρι την εγγύς και την απώτερη ανατολή.» Υπάρχει, όμως, ένα διακριτό άκουσμα. Τι είναι αυτό που κάνει το όνομά της επίρρημα, που θα κάνει κάποιον να πει για ένα τραγούδι ότι «είναι Αρβανιτάκη», πριν ακούσει τη φωνή της ή ακόμα και αν ανήκει σε κάποια άλλη φωνή; «Νομίζω ότι αυτό το κάνει ο εσώτερος εαυτός, η φωνή, η χροιά, ο τρόπος που τραγουδάς».

 

Κι όσο για το κοινό της; Προσπαθώ να την πιέσω για να μου πει τι χαρακτηριστικά θα είχε, αν υποθέταμε πως ήταν μια συμπαγής ομάδα. Πώς της φαίνονται τα πρόσωπα που βλέπει από τη σκηνή; Ποιοι είναι; «Δεν ξέρω», μου λέει, «δεν μπορώ να σου το απαντήσω οριστικά. Δεν μπορώ να κάνω το κοινωνικό τους προφίλ. Και δεν θέλω. Δεν με αφορά. Θέλω να πω πως είναι όλοι καλοδεχούμενοι. Απλώς, όλοι οι καλλιτέχνες ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλο τον κόσμο. Σε κάποιο βαθμό θα έλεγα πως είναι η μεσαία τάξη. Νομίζω ότι είναι και πολύς λαϊκός κόσμος. Από την άλλη, νομίζω ότι το κοινό των clubs δεν είναι δικό μου κοινό. Νομίζω ότι δεν θα ευχαριστηθεί μια παράσταση σαν τις δικές μου, όση ένταση και αν έχει». Της θυμίζω την επιτυχία που είχε η ζωντανή ηχογράφηση του «Δυνατά», αλλά και άλλα της κομμάτια, ζωντανές ηχογραφήσεις και στούντιο όπως η «Βάρκα» στα ελληνάδικα της δεκαετίας του ’90 και δεν είμαι σίγουρος αν έχει δίκιο όταν αποκλείει αυτό το κοινό.

 

 

Μυστική σκέψη #3 : «Ο ρεμπέτης χαρακτήρας»

 

Κοιτάζω τις φωτογραφίες της, διαβάζω το πρόγραμμα του Carnegie Hall, ακούω τις συνεργασίες της με μουσικούς όπως ο Χαβιέρ Λιμόν που πήρε στα χέρια του το «Μήλο μου και μανταρίνι» και μοιάζει σαν να το ταξίδεψε σε κάθε ακτή της Μεσογείου πριν το διασκευάσει. Προσπαθώ να δω πώς συμβιβάζεται αυτή η λεπτή μορφή και η δαντελένια φωνή, με το ρεμπέτικο που την σύστησε. Ποιο ρεμπέτικο στοιχείο έχει μείνει σε αυτή την έθνικ επιτυχία;

 

 

 

 

«Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, το να είσαι γυναίκα τραγουδίστρια ήταν συνώνυμο άλλης σκέψης. Άρα, αν το ρεμπέτικο ήταν κάτι σχεδόν εκτός νόμου, η κίνηση του να γίνεις τραγουδίστρια ήταν έτσι κι αλλιώς ανατρεπτική και εκτός πεπατημένης. Εγώ έχω ζήσει μια στιγμή που έπρεπε να βγάλω την ταυτότητά μου και μου είπαν οι αστυνομικοί “τι θέλετε να γράψουμε ως επάγγελμα; “. Τους είπα, λοιπόν, “θα γράψετε τραγουδίστρια”. Μου λένε, “μήπως θέλετε να γράψουμε μουσικός, καλλιτέχνης;”. Βλέπεις, είναι κάπως πιο “αξιοπρεπές” αυτό, επειδή το τραγουδίστρια παραπέμπει σε μια ζωή χωρίς φραγμούς. Επιπλέον, το να είσαι τραγουδιστής ή μουσικός σημαίνει πως ανήκεις στην κατηγορία αυτών που διασκεδάζουν τους άλλους. Για να αποκτήσεις, λοιπόν, τον σεβασμό, θέλει δουλειά. Από αυτή την άποψη είμαι ρεμπέτισσα. Αλλά πρέπει να σκεφτούμε τι σημαίνει ρεμπέτικο. Ήταν ένα είδος που τραγουδούσε το λούμπεν κομμάτι του πληθυσμού και γενικότερα θεωρήθηκε σαν ένα είδος ποταπής εκδήλωσης αισθημάτων ανθρώπων που ήρθαν από τη Μικρά Ασία εξαθλιωμένοι και βρήκαν απέναντί τους μια Ελλάδα που ήθελε να αγνοήσει πλήρως τον πολιτισμό που έφεραν οι ξεριζωμένοι. Εγώ ακούω το ρεμπέτικο στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν κυκλοφορούν σε όλες τις παρέες μπομπίνες με συλλογές του. Στα μάτια μας φαντάζει αφτιασίδωτο και δυνατό, ένα τραγούδι που πιάνει θέματα πολύ δύσκολα και πολύ “απρεπή” για την κοινωνία της εποχής: Ένα ροκ τραγούδι, στη δική μας συνείδηση. Το πλησιάσαμε απόλυτα νεανικά και πέραν της ξιπασιάς μιας “αξιοπρεπούς” συμπεριφοράς, φέρνοντάς το στο σήμερα». Την βλέπω να παθιάζεται με το τραγούδι σαν μια ουσιαστικά πολιτική πράξη και δεν μπορώ να μην κάνω κάποιους παραλληλισμούς. Αν τότε η διασκέδαση είχε το ρεμπέτικο σαν άξονά της για να φορτίζει το περιεχόμενό της, ποιο είναι το αντίστοιχο περιεχόμενο της σύγχρονης διασκέδασης; Ποιο είναι το νόημα και ποια είναι η επανάσταση του να καλείς κάποιον να διασκεδάσει; «Το ρεμπέτικο τραγούδι», τονίζει, «είχε και τον διασκεδαστικό του χαρακτήρα. Δεν ήταν ένα τραγούδι που μίλαγε μόνο για τη φτώχεια, τα ναρκωτικά και την όποια παραβατική συμπεριφορά. Μίλαγε και για τον έρωτα, τη χαρά και το γλέντι. Και ο κόσμος γλένταγε. Πήγαινε στις ταβέρνες και, πέρα από το ότι έκανε τον καημό του μια ομαδική πράξη, έκανε το ίδιο και με τη χαρά του. Δεν νομίζω πως αυτό είναι κάτι που έχει αλλάξει στο σημερινό περιεχόμενο του τραγουδιού. Αυτή είναι η λειτουργία της μουσικής: Η ελευθερία να γιορτάσεις τα συναισθήματά σου. Την εποχή που παίζαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι λέγαμε ότι είναι μεγάλη χαρά να είσαι διασκεδαστής, να κάνεις τον κόσμο να χαρεί, να κοιτάξει με αισιοδοξία, να γελάσει, ακόμα και στη μεγάλη του μιζέρια».

 

Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει στο άκρο απέναντι από τη μιζέρια. Τι ρόλο έπαιξε η διασκέδαση την πρόσφατη εποχή της φαινομενικής ευκολίας και της οικονομικής άνεσης; Μήπως ο Έλληνας είπε «ώπα» περισσότερες φορές από όσες μπορούσε στην πραγματικότητα; Και μήπως ξεχαστήκαμε στη διασκέδαση; «Στη μεταπολίτευση υπήρχε η αίσθηση πως τα χρόνια οδηγούσαν σε μία αναγέννηση. Από εκεί και πέρα το να χαθεί ο δρόμος και να πάει από την αναγέννηση στη διαφθορά είναι πολύ εύκολο. Όμως δεν φταίει η διασκέδαση. Μπήκαμε στην εποχή της βαθειάς ανοησίας, στην υστερία της κατανάλωσης και της επίδειξης. Όλοι θέλαμε τον εύκολο πλουτισμό και αυτό μας έφερε εδώ. Όταν άρχισε όλο αυτό το πράγμα, όλη η κατάσταση να γίνεται μια ανεξέλεγκτη αγορά, μπήκαμε σε παντελόνια φαρδύτερα από τη μέση μας και αυτά τα παντελόνια κάποια στιγμή πέσανε.»

 

 

Μυστική σκέψη #4 : «Δεν εκτίθεμαι εύκολα»

 

Ασφαλώς, η συναυλία στο Carnegie Hall κύλησε και έκλεισε θριαμβικά, μισή ώρα μετά το τέλος της προγραμματισμένης της διάρκειας. Την επόμενη ημέρα, κάτω από μια πεντάστηλη φωτογραφία της, οι θεσμικά εγκρατείς New York Times είχαν στις πολιτιστικές τους σελίδες μια διθυραμβική κριτική για την Ελευθερία Αρβανιτάκη, την οποία παρομοίαζαν με την Τζούντι Κόλινς του σπαρακτικού «Both sides now» της Τζόνι Μίτσελ. Το ρεπερτόριό της, η φωνή της, οι μουσικοί της, η συνεύρεσή της στη σκηνή με τον Άρα Ντινκτζιάν πρωταγωνιστούν στην σχεδόν επιστημονική ανάλυση.

 

 

 

Μόνο η γρίπη δεν βρίσκει τον έπαινο που της αξίζει. Και της αξίζει, διότι αυτό το ταπεινό μικρόβιο, παρ’ όλο που ηττήθηκε, ανέβασε την Αρβανιτάκη στη σκηνή με μια σχεδόν παιδική ανησυχία, που της έδωσε την ευκαιρία να χαρεί τη συναυλία της σαν παιδί που μεγάλωσε στη διάρκειά της, για να γιορτάσει την τελική της επιτυχία στο κατάλληλο μέγεθος. Σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, με ένα μουσικό μαγικό φίλτρο. Θα ήταν πράγματι μεγάλη έκπληξη για τους κριτικούς -και ακόμα μεγαλύτερη για το κοινό της, ειδικά εκείνο που ανάβει ακόμα καπνογόνα στις συναυλίες της- αν γνώριζαν πως η ίδια, σαν την αυθεντική ηρωίδα του Κάρολ, κρατάει με μια πολύ ενήλικη βεβαιότητα ένα απωθημένο που μπροστά στην επιτυχία της μοιάζει παιδικό: «Μερικές φορές δεν είμαι τολμηρή όσο θέλω. Είμαι μάλλον πιο προσεκτική, θα ήθελα να ήμουν λίγο πιο απρόσεκτη. Δεν εκτίθεμαι εύκολα. Επιπλέον, μετανιώνω που δεν παίζω καλά ένα μουσικό όργανο. Αυτό είναι κάτι που μου έχει λείψει», σχολιάζει και εγώ προσπαθώ να φανταστώ τι θα της έλειπε από αυτά που έχει καταφέρει. Ποια είναι τα αγαπημένα της τραγούδια, αυτά που δεν λείπουν από το πρόγραμμά της; Και ποιο θα της έλειπε περισσότερο αν δεν της επέτρεπαν να το ξαναπεί ποτέ; «Σχεδόν πάντα θα πω το “Θα σπάσω κούπες”, το “Παράπονο” του Ελύτη, το “Παράπονο-Ξενιτιά”, και “Της καληνύχτας τα φιλιά”. Όσο για τη δεύτερη ερώτηση, δεν μπορώ να το φανταστώ, δεν μπορώ να μπω καν σε αυτή τη διαδικασία», λέει, πριν συμπληρώσει μετά από κάποια παύση: «Το “Παράπονο-Ξενιτιά” μάλλον παίζει αυτό το ρόλο».

 

 

 

 

Κι όσο για την έκθεση, πώς γίνεται να μην είναι εύκολη σε έναν άνθρωπο που βγαίνει κάθε βράδυ μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους; Δεν εκτίθεται όταν είναι τόσο αναγνωρίσιμη; Και τι θα διάλεγε ανάμεσα στα κέρδη της δουλειάς της; Την αναγνωρισιμότητα αυτή ή τα χρήματα; «Δεν είναι ακριβώς η αναγνωρισιμότητα αυτό που με ενδιέφερε ποτέ. Όμως η ευτυχία που μπορείς να πάρεις από την τέχνη σου είναι τόσο μεγάλη και είναι τέτοια η χαρά και η ενέργεια που σου δίνει, που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη. Και τα χρήματα έχουν χαρά, γιατί είναι ένα μέσο που σε κάνει και να ζεις καλύτερα και να αντιμετωπίζεις και τις δυσκολίες πιο καλά. Αλλά δεν θα άλλαζα τη χαρά και τη συγκίνηση από αυτό που σου δίνει η τέχνη σου για αυτά. Διαλέγω, λοιπόν, την αναγνωρισιμότητα, αλλά με την έννοια της επαφής μέσα από την τέχνη. Από αυτήν έρχεται η δική μου αναγνωρισιμότητα. Θα μπορούσα να είμαι τηλεοπτική περσόνα ή να είμαι πολιτικός. Χιλιάδες πράγματα φέρνουν μεγάλη αναγνωρισιμότητα, αλλά δεν θα τα έκανα με τίποτα.»

 

 

Καλοκαίρι απ’ την αρχή

 

Αυτή την περίοδο, η εικόνα της Ελευθερίας έχει την ίσως πιο αναγνωρίσιμη μορφή της: Βρίσκεται σε περιοδεία στους ανοιχτούς συναυλιακούς χώρους της Ελλάδας, παρέα με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. «Είναι μεγάλη ευλογία να παίρνουμε τους δρόμους σαν αιώνιοι έφηβοι και να ξεκινάμε με την αίσθηση πως όπου γης και πατρίς και να χαιρόμαστε αυτό το ταξίδι». Η περιοδεία τους ολοκληρώνει τη συνάντηση που ξεκίνησε το χειμώνα, έναν χειμώνα που της έφερε μεγάλα δώρα. Πώς τον έχει κρατήσει στη σκέψη της; «Ήταν κάτι καθοριστικό. Συνέβη, έχει ξεπεράσει τη φαντασία σου, αλλά έχει και το ίδιο περάσει. Δεν το σκέφτομαι περισσότερο από τόσο. Είμαι στη φάση της απόλαυσης.» Φαίνεται. Και ακούγεται.

Info: Οι επόμενοι σταθμοί των συναυλιών της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και της Άλκηστης Πρωτοψάλτη είναι στο Ελατοχώρι Πιερίας (19/07), στα Χανιά (24/07), στο Ηράκλειο (25/07), στη Λευκωσία (28/07), στη Λάρνακα (29/07), στη Λεμεσό (31/07), στη Βαρβάρα Χαλκιδικής (02/08) και στην Καλαμάτα (11/08).

Αλέξανδρος Μόρντουντακ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Οργή της ΑΔΕΔΥ για την επαναφορά των δώρων στο Δημόσιο

Στάση εργασίας αύριο και συγκέντρωση στις 12.30 στο ΣτΕ.Δημοσίευμα κυριακάτικης εφημερίδας προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ΑΔΕΔΥ που διερωτάται εάν πρόκειται για ‘’διαρροή ή...

Κόλαφος για τον Κυριάκο η έκθεση του Human Rights

«Η κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα επιδεινώθηκε λόγω ενεργειών που υπονομεύουν τους θεσμούς» αναφέρει ο διεθνής μη κυβερνητικός οργανισμός Κόλαφος για την κυβέρνηση είναι...

Νέα κομπίνα των τραπεζών- Εκδίδουν κάρτες με χρέωση χωρίς τη συγκατάθεση των πολιτών

Το εννεάμηνο του 2025, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Eurobank,  Alpha, Πειραιώς) είχαν κέρδη ύψους 3,56 δις ευρώ.Κάθε όριο καλής πίστης έχουν ξεπεράσει τα...

Στα άδυτα του Άρειου Πάγου

Η πίεση της κοινωνίας και το δίκιο των δανειοληπτών «έφεραν» τη σωστή ετυμηγορία από τους κορυφαίους δικαστές Κομβικής σημασίας από πολλές πλευρές είναι η απόφαση...

Τι κερδίζουν οι δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη

Σχεδόν άτοκες οι μηνιαίες δόσεις! Αναλυτικά παραδείγματα μετά την απόφαση-σταθμό του Αρείου Πάγου Μεγάλες μειώσεις στις δόσεις που καταβάλλουν κάθε μήνα σε τράπεζες και servicers...

Από την ωραία Ελένη στην άσχημη πραγματικότητα

● Βοά ο χώρος του σινεμά ότι μια Κενυάτισσα ηθοποιός, η Λουπίτα Νιόνγκο (κεντρική εικόνα), θα υποδυθεί την… ωραία Ελένη σε χολιγουντιανή εκδοχή της...

Συντάξεις χηρείας: 300 χιλιάδες δικαιούχοι παίρνουν… από λάθος μειωμένα ποσά

Την παρέμβαση της κυβέρνησης και συγκεκριμένα της υπουργού Εργασίας κ’ Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκης Κεραμέως, προκειμένου να διορθωθούν εκατοντάδες χιλιάδες λάθη στις συντάξεις χηρείας, ζητά...

Βιολάντα: Νέα δικογραφία στον ιδιοκτήτη του εργοστασίου – Βρέθηκαν όπλα στο σπίτι του

Νέα δικογραφία για τον ιδιοκτήτη του εργοστασίουΣχηματίζεται νέα δικογραφία εις βάρος του ιδιοκτήτη της βιομηχανίας «Βιολάντα», Κωνσταντίνου Τζωρτζιώτη, αυτή τη φορά με αφορμή παράβαση...

Παρέμβαση-σοκ από την πρόεδρο του Α.Π.

Έκανε... κριτική στις κυβερνητικές προτάσεις για την αναθεώρηση, αλλά «ενοχλήθηκε» μόνο για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης! Αλλη ένσταση δεν είχε; Πολλά ερωτήματα...

«Αναπάντητες κλήσεις»: Η Παπαρίζου προσπέρασε τον Κωστή Χατζηδάκη σαν να μην υπάρχει (βίντεο)

Στο αποκλειστικό βίντεο της «Δημοκρατίας», η Έλενα Παπαρίζου εμφανίζεται να κινείται ανάμεσα στον κόσμο μέσα στο μαγαζί, χαιρετώντας και ασπαζόμενη θαμώνες την ώρα που...

Advertisement 3
spot_img

Ροή ειδήσεων



spot_img

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ