Με την απαίτηση έγγραφης προσημείωσης ακινήτου και την εξασφάλιση με εγγυητές ακόμα και για οφειλές μερικών εκατοντάδων ευρώ, οι τράπεζες συνεχίζουν να προκαλούν τις αντοχές των οφειλετών.
Προσφέροντας -υποτίθεται- ένα ελκυστικό «πακέτο» στους δανειολήπτες, με πάγωμα δόσεων, επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, μείωση των επιτοκίων και άλλες διευκολύνσεις, τις τελευταίες εβδομάδες πολλές τράπεζες, απευθείας ή μέσω εταιριών είσπραξης οφειλών, προσεγγίζουν τους πελάτες τους τηλεφωνικά για να ρυθμίσουν οφειλές που αφορούν κυρίως καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, για ποσά τα οποία μπορεί να μην ξεπερνούν καν τα 1.000 ευρώ.
Ωστόσο, οι λύσεις που παρέχονται μακροπρόθεσμα εξυπηρετούν μόνο τις ίδιες τις τράπεζες, καθώς σε κάποιον βαθμό «πρασινίζουν» το «κατακόκκινο» χαρτοφυλάκιο των δανείων τους, ενώ οι δανειολήπτες στην καλύτερη περίπτωση χρωστάνε τα ίδια ή και περισσότερα, και στη χειρότερη βάζουν ενέχυρο την ακίνητη περιουσία τους για χρέος μερικών χιλιάδων ευρώ.
Συγκεκριμένα, μετά τη λήξη του εξάμηνου ή δωδεκάμηνου παγώματος των δόσεων, οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται, δηλαδή γίνονται χρέος, ενώ στη λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής μπορεί μεν το ποσό της δόσης να μειώνεται για κάποιο διάστημα, ωστόσο ο δανειολήπτης επιβαρύνεται με περισσότερους τόκους.
Η τρίτη επιλογή που δίδεται στους δανειολήπτες είναι η μετατροπή των χρεών από πιστωτική κάρτα σε καταναλωτικό δάνειο. Στην περίπτωση αυτήν, ο καταναλωτής επιβαρύνεται με πολύ μικρότερο επιτόκιο, το οποίο μπορεί να είναι μικρότερο ως και κατά 10 μονάδες, ωστόσο για να γίνει η μετατροπή αυτή η τράπεζα ζητά να υπάρξει προσημείωση κάποιου ακινήτου ή να μπει εγγυητής.


