Είναι δυνατόν με ποσοστό 33% το πρώτο κόμμα στις εκλογές, που, όπως φαίνεται, θα διεξαχθούν έως την άνοιξη, να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία; Ναι είναι, υπό μία προϋπόθεση!
Η προϋπόθεση αυτή αποτελεί το μεγάλο μυστικό της επερχόμενης αναμέτρησης και κρύβεται στα «ψιλά» γράμματα του υφιστάμενου εκλογικού συστήματος: Αν, συγκεκριμένα, το άθροισμα των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής κυμανθεί στα επίπεδα των εκλογών του Μαΐου του 2012, τότε η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι κάλλιστα μονοκομματική…
Παρά τα όσα λέγονται και γράφονται κατά καιρούς, η πραγματικότητα είναι ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να επηρεαστεί είτε από τη διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων είτε από την επιμέρους απήχηση που θα εξασφαλίσουν οι άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Οι καθοριστικές παράμετροι είναι δυο: Αφενός, το ποσοστό που θα πάρει αυτοτελώς το πρώτο κόμμα και, αφετέρου, οι επιδόσεις των μικρών κομμάτων που δεν θα καταφέρουν να συγκεντρώσουν το όριο του 3% για την είσοδό τους στη Βουλή. Οσο περισσότερα είναι το κόμματα που θα μείνουν εκτός της Βουλής και κατ’ ακολουθία μεγαλύτερο το άθροισμα της δύναμής τους τόσο θα χαμηλώνει ο πήχης για να κερδίσει ο νικητής την απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.
Στις εκλογές του Μαΐου του 2012 η διασπορά των ψήφων ήταν μεγάλη και τα εκτός Βουλής κόμματα συγκέντρωσαν το πρωτοφανές μεταπολιτευτικά ποσοστό του 19,02 %. (Η Ν.Δ., ως πρώτο κόμμα, είχε λάβει 18,85% και ο ΣΥΡΙΖΑ, ως δεύτερο, 16,78%.)
Στην περίπτωση που σημειωθεί στις επερχόμενες εκλογές ένα ανάλογο φαινόμενο και το 19,02% των «μικρών» κομμάτων επαναληφθεί, τότε αρκεί στο πρώτο κόμμα ποσοστό 33% για να αποσπάσει 152 έδρες.
Αντίθετα, αν τα εκτός Βουλής κόμματα κινηθούν στα επίπεδα των επαναληπτικών εκλογών του Ιουνίου του 2012, που συμπιέστηκαν στο 5,98%, τότε το τοπίο θα είναι αρκετά διαφορετικό. Και με 33% το πρώτο κόμμα θα πάρει το πολύ 138 έδρες, οπότε θα χρειαστεί είτε ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας ή προσφυγή σε νέες κάλπες.
Για να μπορέσει να σχηματίσει το πρώτο κόμμα αυτοδύναμη κυβέρνηση (με τους εκτός Βουλής σχηματισμούς στα επίπεδα του 5,98%), ο πήχης ψηλώνει αρκετά και απαιτείται ποσοστό τουλάχιστον 37,8% για να έχει 151 έδρες. Οπως είναι προφανές, το όριο της αυτοδυναμίας κινείται ενδιάμεσα των δύο αυτών ποσοστών ανάλογα με την τελική συμπεριφορά των εκτός Βουλής κομμάτων.
Τούτων δοθέντων, είναι φανερό επίσης ότι, ακόμη και μία ψήφος (!) να χωρίζει τα δύο πρώτα κόμματα, δεν μπορεί να εμποδιστεί ο σχηματισμός αυτοδύναμης κυβέρνησης. Αντιθέτως, αν οι εκλογές διεξαχθούν -όπως όλα δείχνουν- σε συνθήκες μεγάλης πόλωσης, τότε το πιθανότερο είναι οι «μονομάχοι» να συσπειρώσουν δυνάμεις σε υψηλά ποσοστά. Κατά συνέπεια, όσο «ανεβαίνει» ο πρώτος (άσχετα από το αν θα ενισχύεται κατ’ αναλογίαν και ο δεύτερος) τόσο θα προσεγγίζεται η απόλυτη πλειοψηφία στη νέα Βουλή.
Αν και το εκλογικό σύστημα περιλαμβάνει αρκετούς περίπλοκους μηχανισμούς για την κατανομή των βουλευτικών εδρών, υπάρχει μια σχετική απλή εξίσωση που επιτρέπει εύκολα στον καθένα να υπολογίσει το τελικό αποτέλεσμα.
Καταρχάς, πολλαπλασιάζεται το ποσοστό που θα λάβει κάθε κόμμα με το 250, που είναι ο αριθμός των εδρών οι οποίες μοιράζονται περίπου αναλογικά δίχως να υπολογίζεται το μπόνους των 50 εδρών. Το γινόμενο που προκύπτει στη συνέχεια διαιρείται με το συνολικό ποσοστό όλων των κομμάτων στην επικράτεια που περνούν το 3% και μπαίνουν στη Βουλή. Το αποτέλεσμα δίνει τις έδρες που αναλογούν σε κάθε κόμμα. Οι έδρες που δικαιούται κάθε σχηματισμός στην επικράτεια είναι το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης. Αν το άθροισμα των ακέραιων μερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθμού 250, τότε παραχωρείται κατά σειρά ανά μία έδρα και ως τη συμπλήρωση αυτού του αριθμού στους σχηματισμούς των οποίων τα πηλίκα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα. Στις έδρες του πρώτου κόμματος προστίθεται και οι 50, που είναι το προβλεπόμενο μπόνους για τον νικητή.
Το μπόνους ήταν αρχικά 40 έδρες και θεσμοθετήθηκε στον εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε επί ΠΑΣΟΚ το 2004 από τον τότε υπουργό Εσωτερικών Κ. Σκανδαλίδη. Ισχυσε όμως στις εκλογές του 2007, καθώς το Σύνταγμα προβλέπει ότι, αν η όποια αλλαγή του νόμου δεν συγκεντρώσει τα δύο τρίτα των βουλευτών, δηλαδή 200, ισχύει από τη μεθεπόμενη αναμέτρηση. Το 2008 με υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνηση της Ν.Δ. τον Προκόπη Παυλόπουλο αυξήθηκε το μπόνους στις 50 έδρες και αυτό ίσχυσε στις διπλές εκλογές του 2012.
Αν, επομένως, ένα κόμμα συγκεντρώσει πανελλαδικά ποσοστό 10%, αυτό θα πολλαπλασιαστεί με τον συντελεστή 250. Και το 2.500 θα διαιρεθεί στη συνέχεια, επί παραδείγματι, με το 94,02% που στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 ήταν το άθροισμα των εντός Βουλής κομμάτων. Ετσι, προκύπτει ότι η δύναμή του στη νέα Βουλή θα είναι 27 έδρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν το πρώτο κόμμα συγκέντρωνε το 37,8%, οι έδρες που του αναλογούσαν από την κανονική κατανομή θα ήταν 101 έδρες. Και με το μπόνους θα εκτινασσόταν στις 151…
Η στρατηγική με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα
Εκτός από την τεχνική διάστασή τους, αυτά τα μυστικά του εκλογικού συστήματος προσδιορίζουν σε σημαντικό βαθμό και τη στρατηγική που θα ακολουθήσουν όλα τα κόμματα, ανάλογα και με τις επιδιώξεις καθενός για την επόμενη ημέρα των πολιτικών εξελίξεων. Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα το πρώτο κόμμα εξυπηρετείται, όσον αφορά την επιδίωξη της αυτοδυναμίας, από την προοπτική μιας αναμέτρησης στην οποία θα λάβουν μέρος όσο γίνεται περισσότεροι σχηματισμοί και κινήσεις, αλλά στη Βουλή θα μετέχουν τελικά όσο το δυνατόν λιγότερα κόμματα. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, που δημοσκοπικά είναι σήμερα πρώτο κόμμα και με σημαντική διαφορά, αυτό ενδεχομένως να αντανακλά και ένα βασικό δίλημμα (ή να υποκρύπτει και μια θεμελιώδης πολιτική υποκρισία) για τις πιθανές συμμαχίες και τις συνεργασίες σε κυβερνητικό επίπεδο μετά τις εκλογές.
Από την πλευρά της, η Ν.Δ. αναμένεται να προβάλει ως κίνητρο για την ανασύνταξη της Κεντροδεξιάς (και) το γεγονός ότι, αν παραμείνουν διάσπαρτες οι δυνάμεις του χώρου, χωρίς να έχουν ιδιαίτερες ελπίδες εκπροσώπησης στη Βουλή, αυτό μπορεί να διευκολύνει την εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Σοβαρό ζήτημα αντιμετωπίζουν και τα διάφορα σχήματα της Κεντροαριστεράς, που συνεχίζει να θρυμματίζεται. Αν και άπαντες στον χώρο αυτό προσδοκούν να αποτελέσουν τον μπαλαντέρ της επόμενης ημέρας, θεωρείται πολύ πιθανό τελικά όχι μόνο να αφανιστούν, λόγω του εκλογικού συστήματος, αν δεν συμπράξουν μεταξύ τους, αλλά και να διευκολύνουν αυτό που λένε ότι δεν θέλουν, δηλαδή την πιθανή αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ.
Ανδρέας Καψαμπέλης



