«Διαβατήριο!» Ο αραβόφωνος ανακριτής, με τη μακριά γενειάδα και την ξενική προφορά, μίλησε για πρώτη φορά στα αγγλικά, κοιτώντας τους αιχμαλώτους Τζέιμς Φόλεϊ και Τζον Κάντλι. Επειτα οι απαγωγείς κατάσχεσαν τα λάπτοπ, τα κινητά και τις κάμερές τους και απαίτησαν τους κωδικούς για όλους τους ιντερνετικούς λογαριασμούς τους. Με αυτούς περιηγήθηκαν στο διαδικτυακό προφίλ τους, σκανάροντας κυριολεκτικά τις ζωές τους. Οι τοίχοι τους στο facebook με προσωπικά μηνύματα φίλων, τα φωτογραφικά αρχεία τους, τα ηλεκτρονικά μηνύματά τους, όλα πέρασαν από το εξεταστικό μάτι των τζιχαντιστών που αναζητούσαν σχέσεις με δυτικές μυστικές υπηρεσίες και πληροφορίες για το παρελθόν τους. Τελικά, όμως, ήταν το διαβατήριο που έπαιξε τον βαρύτερο ρόλο στη μοίρα των ομήρων. Το αμερικανικό και το βρετανικό διαβατήριο, έγγραφο δηλαδή των χωρών που σφυροκοπούσαν από αέρος το Ισλαμικό Κράτος -αλλά και που αρνήθηκαν κατηγορηματικά την καταβολή λύτρων-, στοίχισαν τη ζωή στους δύο δημοσιογράφους.
Η αμερικανική εφημερίδα «New York Times» ανασυνθέτει για πρώτη φορά το χρονικό της αιχμαλωσίας των ομήρων στη Συρία -κάποιοι από τους οποίους, ανάμεσά τους και ο άτυχος Φόλεϊ, αποκεφαλίστηκαν- μέσα από τις μαρτυρίες συγκρατουμένων τους που απελευθερώθηκαν, ενός Βέλγου πρώην τζιχαντιστή ο οποίος κατέληξε κρατούμενος μαζί τους, Αράβων συνεργατών τους, συναδέλφων και των οικογενειών τους. Από αυτό το παζλ μαρτυριών προκύπτει το ψυχολογικό προφίλ του εγκλεισμού στις υπόγειες φυλακές των ισλαμιστών και το σιωπηλό μαρτύριο που υπέστησαν επί μήνες -για κάποιους επί χρόνια- μέχρι τη δημόσια εκτέλεσή τους.
Η ημερομηνία ήταν η 22η Νοεμβρίου του 2012, όταν ο 38χρονος τότε Φόλεϊ και ο Βρετανός φωτορεπόρτερ Τζον Κάντλι σταμάτησαν σε ένα ίντερνετ καφέ στο Μπινές της Συρίας για να στείλουν φωτογραφίες και κείμενα στα ΜΜΕ με τα οποία συνεργάζονταν. Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει 40 λεπτά αργότερα, αφού θα είχαν διασχίσει τα τουρκικά σύνορα. Αυτή η απόφαση τους στοίχισε τελικά τη ζωή. Οπως αφηγείται ο Μουσταφά Αλί, ο Σύριος μεταφραστής τους, ένας άνδρας με μακριά γενειάδα, που έμοιαζε να προέρχεται από κάποια χώρα του Κόλπου, μπήκε στο ίντερνετ καφέ και τους κοίταξε με «σατανικό βλέμμα». Ο άνδρας έφυγε και όταν αργότερα οι δημοσιογράφοι μίσθωσαν ένα ταξί για να τους βγάλει από τη χώρα, ένα βαν τους ακολούθησε και τους έκλεισε τον δρόμο. Οι επιβάτες του έβγαλαν διά της βίας τους δύο δυτικούς από το ταξί, τους πέρασαν χειροπέδες και έδιωξαν τον Σύριο μεταφραστή λέγοντάς του: «Αν μας ακολουθήσεις, θα σε σκοτώσουμε!»
Ηταν ακόμη η εποχή που το Ισλαμικό Κράτος δεν υπήρχε με τη σημερινή του μορφή, αλλά εκατοντάδες εξτρεμιστές ισλαμιστές μαχητές από το Ιράκ και από χώρες του Κόλπου είχαν σπεύσει να ενισχύσουν τη συριακή αντιπολίτευση. Αρχικά, το δίδυμο των δημοσιογράφων κρατήθηκε από τζιχαντιστές του Μετώπου Αλ Νούσρα, αργότερα από το Συμβούλιο της Σούρα των Μουτζαχεντίν.
«Είσαι άτακτος!» συνήθιζαν να λένε, με βρετανική προφορά και ιδίωμα, στους κρατουμένους που βασάνιζαν οι τέσσερις δεσμοφύλακές τους. Απόδειξη πως προέρχονταν από τη Βρετανία. Γι’ αυτό και ο Φόλεϊ και ο Κάντλι τους έδωσαν το παρατσούκλι «Beatles». Οι Beatles ήταν άγριοι βασανιστές. «Μπορούσες να δεις τις πληγές στους αστραγάλους του» διηγήθηκε αργότερα για τον Φόλεϊ ο Γιέζεν Μπόντινκ, ένας 19χρονος Βέλγος από την Αμβέρσα που είχε στρατολογηθεί στις τάξεις των τζιχαντιστών – φυλακίστηκε όμως αργότερα από τους συμπολεμιστές του, μαζί με τους ξένους ομήρους. Σήμερα, περιμένοντας να δικαστεί μαζί με άλλους πρώην τζιχαντιστές, ο Μπόντινκ περιγράφει πως οι Beatles έδεναν τους αστραγάλους του Φόλεϊ σε μία μπάρα και τη γυρνούσαν ανάποδα, αφήνοντάς τον να κρέμεται από το ταβάνι. Ακόμη τότε δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο για τους κρατουμένους, τους οποίους σκέφτονταν να στείλουν σε τζιχαντιστικό στρατόπεδο εκπαίδευσης.
Ο Τζέιμς Φόλεϊ, όπως και ο άλλος Αμερικανός δημοσιογράφος Πίτερ Κέισινγκ και αρκετοί ακόμη κρατούμενοι ασπάστηκαν το Ισλάμ. Με το όνομα Αμπού Χαμζά και Αμπτνούλ-Ραχμάν διάβαζαν το Κοράνι και προσεύχονταν. Στην πορεία οι δεσμοφύλακές τους μαλάκωσαν και η σκληρή μεταχείριση χαλάρωσε.
Τελικά, το περασμένο φθινόπωρο, η ομάδα μαχητών που τους κρατούσε δήλωσε υποταγή στο Ισλαμικό Κράτος. Τώρα υπήρχε σχέδιο. Να τους ανταλλάξουν για λύτρα.
Ολα άρχισαν να αλλάζουν. Η σχετική «ελευθερία» κίνησης στο κελί έπαυσε διά παντός και πλέον τους έδεσαν μεταξύ τους με χειροπέδες, ανά ζεύγη. Τους ονομάτιζαν με αριθμούς και σύντομα τους χώρισαν σε δύο ομάδες. Σύντομα κατάλαβαν το σκεπτικό: Στην πρώτη ομάδα οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί -εκείνοι των οποίων οι κυβερνήσεις δεν ήταν διατεθειμένες να πληρώσουν λύτρα- και στη δεύτερη οι υπόλοιποι, κυρίως Ευρωπαίοι.
Φαγητό σε ένα φλιτζάνι
Για τον Φόλεϊ και την ομάδα του σταδιακά άρχισε χειρότερη μεταχείριση. Παρατεταμένοι ξυλοδαρμοί, ψεύτικες εκτελέσεις (στη διάρκεια των οποίων οι κρατούμενοι αφήνονταν να πιστεύουν ότι έφτασε η τελευταία ώρα τους), εικονικοί πνιγμοί. Το φαγητό τους περιορίστηκε σε ποσότητα που αντιστοιχούσε με ένα φλιτζάνι, ενώ άρχισαν να τους κρατούν επί μέρες στο απόλυτο σκοτάδι. Χωρίς στρώματα, με ελάχιστες κουβέρτες, χρησιμοποιούσαν ένα φθαρμένο παντελόνι γεμισμένο με κουρέλια για να φτιάξουν αυτοσχέδιο μαξιλάρι.
Τα παιχνίδια για να περνούν οι ώρες και το συγκινητικό γράμμα στην οικογένεια
Η μεγάλη ένταση οδηγούσε και σε μεγάλους καβγάδες ανάμεσά τους. Για να βοηθήσει την κατάσταση ο Φόλεϊ μοιραζόταν το φαγητό και την κουβέρτα του. Πρότεινε παιχνίδια για να περνούν οι ώρες, όπως το Risk, μία μίμηση του ομώνυμου επιτραπέζιου παιχνιδιού, στη διάρκεια του οποίου μετέφεραν φανταστικούς στρατούς σε έναν… φανταστικό χάρτη. Οι όμηροι έφτιαξαν ένα σκάκι από υπολείμματα χαρτιού. Διηγούνταν γνωστές ταινίες, επαναλαμβάνοντας τις πιο… κλασικές ατάκες. Και έδιναν, με τη σειρά, διαλέξεις σε θέματα που γνώριζε καλά ο καθένας.
Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το Χαλέπι στη Ράκα, τη νέα «πρωτεύουσα» του ανακηρυγμένου Χαλιφάτου των τζιχαντιστών. Οι Ισπανοί, ένας Ιταλός, τρεις Γάλλοι απελευθερώθηκαν τελικά έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις. Αντίθετα, ο μοναδικός Ρώσος όμηρος, ο δημοσιογράφος Σεργκέι Γκορμπούνοφ εκτελέστηκε. Επειτα οι τζιχαντιστές έδειξαν το βίντεο του αποκεφαλισμού στους υπόλοιπους ομήρους. «Αυτό», τους είπαν, «θα πάθετε, αν οι κυβερνήσεις σας δεν πληρώσουν τα λύτρα».
Τελικά τον Αύγουστο, έπειτα από δύο χρόνια αιχμαλωσίας, ο Τζέιμς Φόλεϊ, φορώντας ένα ζευγάρι πλαστικά σανδάλια που έδιναν στους κρατουμένους για να πάνε στην τουαλέτα, οδηγήθηκε από τους δεσμοφύλακές του σε έναν λόφο έξω από τη Ράκα για να εκτελεστεί. Σε ένα γράμμα που είχε προλάβει να στείλει στην οικογένειά του, μέσω ενός Δανού φωτορεπόρτερ που είχε αφεθεί ελεύθερος, έγραφε: «Θυμάμαι να πηγαίνω στο Εμπορικό με τον μπαμπά, μία μεγάλη βόλτα με τα ποδήλατα με τη μαμά. Θυμάμαι τόσες πολλές υπέροχες οικογενειακές στιγμές, που με παίρνουν μακριά από αυτή τη φυλακή… Και η ευτυχία γεμίζει την καρδιά μου… Είχα αδύναμες και δυνατές μέρες. Είμαι τόσο ευγνώμων όταν κάποιος ελευθερώνεται. Μα, βέβαια, λαχταρώ τη δική μου ελευθερία».
Μυρτώ Μπούτση



