Δεύτερη και τελευταία ευκαιρία για μια… νέα αρχή έχουν τη δυνατότητα να κάνουν περίπου 180.000 επιχειρήσεις με «κόκκινα» δάνεια, ύστερα από την τροπολογία που κατέθεσε το υπουργείο Ανάπτυξης στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα.
Το σχέδιο για ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων προβλέπει ακόμη και διαγραφή του 50% τόσο στο κεφάλαιο όσο και στους τόκους, αποπληρωμή σε 100 δόσεις και κούρεμα σε πρόστιμα και προσαυξήσεις χρεών προς το Δημόσιο.
Στόχος είναι, από τη μία, οι τράπεζες να ξεκαθαρίσουν τα «κατακόκκινα» χαρτοφυλάκιά τους και να μπορέσουν έτσι να επικεντρωθούν στη χρηματοδότηση της οικονομίας, και, από την άλλη, οι επιχειρήσεις που έχουν προοπτικές εξέλιξης, αλλά αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, να μπορέσουν επιτέλους να γυρίσουν σελίδα και να γίνουν βιώσιμες.
Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, βέβαια, στη ρύθμιση έχουν τα τραπεζικά ιδρύματα. Είναι δε ξεκάθαρο ότι η ρύθμιση απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στις επιχειρήσεις οι οποίες θα θεωρηθούν βιώσιμες από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Οι τράπεζες γίνονται οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και θα καθορίσουν τα κριτήρια με βάση τα οποία θα αποφασιστούν η βιωσιμότητα ή ο «γρήγορος θάνατος» μιας εταιρίας. Το υπουργείο δεν έχει θέσει κάποια αντικειμενικά κριτήρια για το πώς θα γίνεται αυτός ο έλεγχος, αλλά και κοινωνικά κριτήρια προκειμένου να προστατευθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες κατά βάση επλήγησαν από την κρίση.
Ακόμα, η νέα ρύθμιση ορίζει ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια σε ό,τι αφορά τη συνέπεια όσων υπαχθούν στη ρύθμιση. Ετσι, αν ο επιχειρηματίας «στραβοπατήσει» και πάλι για οποιονδήποτε λόγο και δεν πληρωθούν αθροιστικά τρεις δόσεις, αναβιώνουν οι διαγραφείσες οφειλές, οι οποίες γίνονται απαιτητές.
Επιπλέον, αδιευκρίνιστο παραμένει ακόμα το ποιο θα είναι το κόστος που θα επωμιστούν Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία από το όποιο «κούρεμα» προκύψει και αν θα μπορέσουν να σηκώσουν και αυτό το βάρος. Αυτό ήταν, άλλωστε, το κύριο σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας κατά την τελευταία επίσκεψη των δανειστών στην Αθήνα. Οι τροϊκανοί ζητούσαν αναλυτικά στοιχεία για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις του «κουρέματος», με την απάντηση του υπουργείου να είναι ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δεν έχει στείλει ακόμη τα στοιχεία. Να σημειωθεί ότι η ρύθμιση δεν έχει πάρει το τελικό «O.K.» από την τρόικα, παρά την πρώτη θετική εκτίμηση ότι έχει τις σωστές βάσεις.
Οι «μικροί»
Το νομοσχέδιο προβλέπει δύο κατηγορίες ρυθμίσεων – μία για τις μικρές και τις μεσαίες, και μία για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Οσον αφορά τους «μικρούς», για να είναι επιλέξιμες προς διαγραφή οι οφειλές (κεφάλαιο και τόκοι) πρέπει οι οφειλέτες μέχρι τις 30 Ιουνίου:
1. Να είχαν οφειλή προς την τράπεζα σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών, επίδικη ή ρυθμισμένη (στο προηγούμενο νομοσχέδιο ήταν 180 ημέρες).
2. Να μην είχαν φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών ή να είχαν ενημερότητα λόγω ρύθμισης.
3. Να είχαν μία ή περισσότερες οφειλές προς την τράπεζα, συνολικού ύψους 500.000 ευρώ.
4. Να είχαν οφειλές που ισούνται τουλάχιστον με το 50% των συνολικών απαιτήσεων της τράπεζας κατά του δανειολήπτη ή, αν είναι μικρότερο από το ποσοστό αυτό, το υπόλοιπο μετά τη διαγραφή δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 75% της καθαρής περιουσιακής θέσης του. Για παράδειγμα, εάν ένας επιχειρηματίας οφείλει στην τράπεζα 200.000 ευρώ και η αντικειμενική αξία της περιουσίας του ανέρχεται σε 50.000 ευρώ, τότε θα πετύχει διαγραφή χρέους 50% και θα κληθεί να πληρώσει 100.000 ευρώ. Αλλο παράδειγμα: Ενας επιχειρηματίας οφείλει σε τράπεζα 500.000 ευρώ. Η αντικειμενική αξία της περιουσίας του είναι 240.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία της περιουσίας του εγγυητή του δανείου είναι 150.000 ευρώ. Τότε θα κληθεί να πληρώσει το 75% της συνολικής αντικειμενικής αξίας των περιουσιών (390.000 ευρώ), δηλαδή 292.500 ευρώ.
Ο επιχειρηματίας ή ο επαγγελματίας, για να διαγράψει απαίτησή του, θα πρέπει να υποβάλει αίτηση και βεβαίωση προς την τράπεζα, όπου θα αποτυπώνονται η καθαρή περιουσιακή θέση του με την αξία της ακίνητης περιουσίας με βάση την αντικειμενική αξία.
Επίσης, πρέπει να προσκομίσει πλήρη στοιχεία τυχόν ομοειδούς επιχείρησης που ξεκίνησε να λειτουργεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2010 και την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν του μεταβιβάστηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά.
Αν η τράπεζα διαγράψει απαίτηση του οφειλέτη, τότε του δίνει βεβαίωση. Με αυτήν, ο επιχειρηματίας δικαιούται να υπαχθεί σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης της ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς το Δημόσιο σε 100 μηνιαίες δόσεις και να λάβει πρόσθετη διαγραφή των προσαυξήσεων και προστίμων που τον βαρύνουν ίση προς 20%. Το ύψος της διαγραφής θα υπολογίζεται σε αντίστροφη χρονική σειρά. Δηλαδή, αν μια επιχείρηση ρυθμίσει τις οφειλές της σε 100 μηνιαίες δόσεις, το ύψος της χρονικής διαγραφής θα μετρά από τις 100 δόσεις και πίσω. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αν το ποσοστό αναλογεί σε έξι δόσεις, τότε αυτές θα σταματούν στις 94.
Ακόμη, όπως αναφέραμε, αν ο οφειλέτης για τρεις συνολικά μήνες δεν είναι συνεπής στις ρυθμίσεις του, τότε αναβιώνουν οι παλιές οφειλές.
Τι ισχύει για τους «μεγάλους» και τα μέτρα για αναδιάρθρωση του δανεισμού
Οι μεγάλες επιχειρήσεις που επιθυμούν ρύθμιση οφειλών θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016. Μαζί με την αίτηση κατατίθεται και η συμφωνία ρύθμισης, που προβλέπει μέτρα για αναδιάρθρωση του δανεισμού (μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής, μετοχοποίηση των απαιτήσεων κ.λπ.). Η ρύθμιση αφορά περί τις 10.000 μεγάλες επιχειρήσεις.
Προϋπόθεση είναι να συμφωνήσουν με το σχέδιο αναδιάρθρωσης οι πιστωτές της επιχείρησης, έστω και με οριακή πλειοψηφία (δηλαδή, τουλάχιστον το 50,1% του συνόλου). Η ρύθμιση είναι υποχρεωτική για όλους τους πιστωτές, ακόμη και γι’ αυτούς που δεν έχουν συμφωνήσει.
Μετά την κατάθεση, ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου για τη συζήτησή της. Εναν μήνα μετά τη συζήτηση πρέπει να έχει εκδοθεί και η απόφαση. Εάν απορριφθεί τελικά η αίτηση του οφειλέτη, αυτός μπορεί να ασκήσει έφεση εντός 30 ημερών. Για τη συζήτηση της έφεσης ορίζεται νέα δικάσιμος, σε διάστημα δύο μηνών από την υποβολή της.
Η αίτηση γίνεται δεκτή, εκτός αν ληφθεί αιτιολογημένη αντίθετη απόφαση από πλευράς της αρμόδιας υπηρεσίας εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.
Αν γίνει αποδεκτή η αίτηση από το δικαστήριο, προβλέπεται η εξόφληση του χρέους προς τους εργαζομένους σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις. Ακόμα, από τη στιγμή που θα επικυρωθεί η συμφωνία ρύθμισης, ο οφειλέτης αυτόματα δικαιούται να υπαχθεί σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την Εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία σε 100 μηνιαίες δόσεις και να λάβει πρόσθετη διαγραφή των προσαυξήσεων και των προστίμων που το βαρύνουν ίση προς 20%.
Σε περίπτωση που, λόγω του ύψους της οφειλής προς το Δημόσιο (αν αυτή ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ), ο οφειλέτης δεν μπορεί να κάνει ρύθμιση, τότε δικαιούται να αιτηθεί τη διαγραφή ποσοστού 40% επί των προστίμων, προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής που τον βαρύνουν και στην τμηματική εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του σε 100 μηνιαίες δόσεις.
Για 12 μήνες από την απόφαση δεν επιτρέπεται η υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία του πτωχευτικού δικαίου.
Εκτακτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης
Εκκαθάριση μέσα σε μόλις τρεις μήνες, ρευστοποίηση, αλλά και πτώχευση επιχειρήσεων που έχουν περιέλθει σε παύση πληρωμών μπορούν να ζητήσουν οι πιστωτές τους. Συγκεκριμένα, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, μπορεί να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης.
Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των υποχρεώσεων με βάση τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη ή και τα στοιχεία του πιστωτή ή των πιστωτών, το αργότερο μέχρι την 30ή Ιουνίου 2016.
Εάν το δικαστήριο δεχθεί την αίτηση, ορίζεται ειδικός διαχειριστής, ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση και διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων.
Δικαιούχοι και προϋποθέσεις
Δικαιούχοι σε αυτή την κατηγορία είναι οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες (περίπου 165.000) με κύκλο εργασιών το 2013 έως 2.500.000 ευρώ. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις μέχρι τις 31 Μαρτίου 2015, αν βέβαια πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
-Να μην έχουν υποβάλει αίτηση με βάση τον νόμο Κατσέλη ή να έχουν παραιτηθεί από αυτήν.
-Να μην έχουν λυθεί οι εταιρίες ούτε να έχουν σταματήσει τις δραστηριότητές τους.
-Να μην έχουν υποβάλει αίτηση για πτώχευση.
-Να μην έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για φοροδιαφυγή ή απάτη σε βάρος του Δημοσίου.
Πολυτίμη Οικονόμου



