«Πίσω από τη μαρκίζα» έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αναζητώντας στίχους και μελωδίες που μιλούν στο θυμικό των Ελλήνων, αφήνοντας τα λαμπερά φώτα για τα αστέρια του πάλκου.
Ο Μάκης Μάτσας, ο κραταιός άνδρας της εγχώριας δισκογραφίας και η «ψυχή» της εταιρίας Minos – Emi, ανοίγει την καρδιά του, ξεδιπλώνει τις μνήμες του και αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της επαγγελματικής πορείας του μέσα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Πίσω από τη μαρκίζα. 40 χρόνια ελληνικής μουσικής όπως την έζησα», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και χορταστικό ανάγνωσμα για την προσωπικότητα ενός ανθρώπου ο οποίος άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας και διέγραψε μια πορεία γεμάτη ριψοκίνδυνες αποφάσεις, προσωπικές συγκρούσεις, αλλά και μπόλικη μουσική.
Οι πρώτες ενότητες του βιβλίου του είναι αφιερωμένες στην οικογένεια Μάτσα, η οποία, λόγω της εβραϊκής καταγωγής της, αναγκάστηκε να φυγαδευτεί στην Ευρυτανία προκειμένου να αποφύγει το μένος των Γερμανών.
Η λήξη του πολέμου αλλά και η επιστροφή στην -απελευθερωμένη πλέον- Αθήνα βρήκαν την οικογένεια σε κακή οικονομική κατάσταση. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται η δραστηριοποίηση του πατέρα του Μάκη, Μίνω, στην τότε δισκογραφική εταιρία Odeon – Parlophone, αρχικά ως υπεύθυνου ρεπερτορίου και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτη της.
Σε έναν τέτοιον «μελωδικό» χώρο μεγάλωσε ο Μάκης, έχοντας το προνόμιο να ακούει από πρώτο χέρι τις ιστορίες που αφορούσαν τους μεγάλους Ελληνες ερμηνευτές.
Από την Odeon – Parlophone, άλλωστε, τη δεύτερη και μοναδική εταιρία που υπήρχε την εποχή εκείνη, ξεκίνησαν τη μουσική διαδρομή τους ο Βασίλης Τσιτσάνης, όταν κατέβηκε από τα Τρίκαλα για να σπουδάσει νομικά, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο οποίος πέρασε το κατώφλι της εταιρίας του φορώντας τραγιάσκα και ένα μακρύ παλτό. «Με τη βραχνή φωνή του μου λέει: “Αφεντικό, έχω κάτι τραγουδάκια να σου παίξω”» θυμάται ο συγγραφέας.
Λόγω ενός εμφράγματος του πατέρα του Μίνω, ο 23χρονος τότε Μάκης υποχρεώθηκε να αναλάβει τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης. Μιας εταιρίας η οποία, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, «κατέβασε ρολά», για να γεννηθεί λίγο καιρό αργότερα μια νέα μουσική επιχείρηση με την επωνυμία «Μίνως Μάτσας και Υιός».
Αξιομνημόνευτη ήταν και η γνωριμία του με τη Χάρις Αλεξίου στα πρώτα επαγγελματικά βήματά της, εν έτει 1971, τη χρονιά δηλαδή που το νέο, ντροπαλό κορίτσι πέρασε την πόρτα του γραφείου του Μάτσα. «Το βλέμμα της από την αρχή έκρυβε μια περίεργη θλίψη. Μόλις όμως άνοιξε το στόμα της και άκουσα τη φωνή της, με τις πρώτες κουβέντες της αισθάνθηκα σαν να γέμισε ξαφνικά το δωμάτιο με μια θαλπωρή από τη ζεστή χροιά και το ιδιαίτερο ηχόχρωμά της» αναφέρεται στο βιβλίο για τη νεαρή Χαρίκλεια Ρουπάκα, όπως είναι το πραγματικό όνομα της Χάρις Αλεξίου.
Ο πρίγκιπας
Από τους πιο αγαπημένους συνεργάτες του ήταν ο Τόλης Βοσκόπουλος. «Είχε μια ανεπιτήδευτη μεγαλοπρέπεια, έναν αέρα σχεδόν πριγκιπικό, σαν να είχε ανατραφεί από γονείς μεγάλης αρχοντικής οικογένειας, παρότι ο πατέρας του ασχολούνταν με το χονδρεμπόριο φρούτων» αναφέρεται χαρακτηριστικά για τον σπουδαίο Ελληνα ερμηνευτή, με τον οποίο κυκλοφόρησαν μια σειρά επιτυχιών: «Εκείνη», «Σε ικετεύω», «Αδέλφια μου, αλήτες πουλιά», «Το φεγγάρι πάνωθέ μου», «Μια αγάπη, μια γυναίκα, μια ζωή».
«Την εποχή εκείνη τραγουδούσε στο “Καν-Καν” και γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Για να καταλάβουν οι νεότεροι, ο γυναικείος πληθυσμός λιποθυμούσε με το που εμφανιζόταν ο Βοσκόπουλος στην πίστα. Θα μπορώ, αστειευόμενος, να τον χαρακτηρίσω “πρόδρομο του Ρουβά”» γράφει, συνεχίζοντας: «Ο Τόλης, ενώ κέρδιζε όσα λεφτά ήθελε και ζούσε μια άπιαστη και ονειρική για τους περισσότερους συναδέλφους του επιτυχία, δεν είχε κανέναν δίπλα του να νοιαστεί ούτε για τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του. Το μόνο που έμοιαζε να τον απασχολεί ήταν να κάνει ευτυχισμένους όσους αγαπούσε. Αν η αγαπημένη του ήθελε για παράδειγμα μια Τζάγκουαρ XXL, θα της την έφερνε δεμένη με φιόγκο μπροστά στα πόδια της, για να της κάνει έκπληξη. Και την ίδια στιγμή μπορεί να είχε ξεχάσει να πληρώσει την εφορία του. Αυτός ήταν πάντα ο Τόλης».
Τα στιγμιότυπα και οι άγνωστες ιστορίες για τους δημοφιλείς ερμηνευτές που «ξεχύνονται» από τις σελίδες του βιβλίου είναι αμέτρητα. Οπως, για παράδειγμα, η σχέση του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα με τη δισκογραφική εταιρία του Μάτσα, η οποία, όπως αποδεικνύεται, ήταν… στενή πολύ πριν εκείνος ξεκινήσει το τραγούδι. «Η πρώτη καριέρα του, όταν τον προσέλαβα για πρώτη φορά, ήταν ως κούριερ στο τμήμα πωλήσεων! Τον θυμάμαι χαρακτηριστικά: ένας ατίθασος και απείθαρχος νεαρός, που ήταν αδύνατον να συμμορφωθεί με τους κανόνες και τα ωράρια» θα γράψει, χωρίς να παραλείψει να αναφέρει και την έπειτα από χρόνια συνάντησή τους, όταν εκείνος πλέον ξεκινούσε τη σόλο καριέρα του, δίχως τους Τερμίτες.
Ο Μάκης Μάτσας ήταν ο… νονός του Γιάννη Βαρθακούρη, αφού εκείνος τον «βάφτισε» Πάριο, από την πρώτη κιόλας συνάντησή τους, ενώ και ο στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης, γνωστός ως «Τσάντας», διότι κυκλοφορούσε ρακένδυτος στην πόλη με μια τεράστια τσάντα γεμάτη στίχους, μνημονεύεται στο βιβλίο.
Με νοσταλγία θυμάται ο αυτοβιογραφούμενος και τη γνωριμία του με τον Νίκο Καρβέλα, την εποχή που ο συνθέτης έκανε τα παρθενικά βήματά του στη μουσική. Μάλιστα, ο νεαρός τότε Καρβέλας ισχυριζόταν ότι τα κομμάτια που έγραφε προορίζονταν για τους Beatles! «Οφείλω να επισημάνω ότι είναι πραγματικά ένας προικισμένος καλλιτέχνης» αναφέρει. «Ευφάνταστος, με τεράστιες δυνατότητες σε όλη την γκάμα της μουσικής, από το λαϊκό μέχρι και το σκληρό ροκ».
Info: Το βιβλίο του Μάκη Μάτσα με τίτλο «Πίσω από τη μαρκίζα. 40 χρόνια ελληνικής μουσικής όπως την έζησα» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Διόπτρα. Συνοδεύεται από ένα συλλεκτικό DVD με σπάνιο, αδημοσίευτο υλικό.
«Οταν ο Στράτος ήρθε με το “έτσι θέλω” στην εταιρία»
Από την πρώτη επιτυχία της νεοσύστατης αυτής εταιρίας, το 1962, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Ανεβαίνω σκαλοπάτια», που κυκλοφόρησε σε επανεκτέλεση από τον Βαγγέλη Περπινιάδη, μέχρι και τις μέρες μας, το αυτοβιογραφικό βιβλίο σκιαγραφεί όλη την πορεία της Minos, από την οποία όχι μόνο «ξεπήδησαν» νέα ταλέντα, αλλά και «αναγεννήθηκαν» καταξιωμένοι καλλιτέχνες, κάνοντας τη θριαμβευτική επιστροφή τους. Οπως ο Στράτος Διονυσίου, ο οποίος, μετά τη φυλάκισή του, επέστρεψε στη δισκογραφία με το «έτσι θέλω»! «Ο Στράτος δεν ήταν πια παιδαρέλι» θυμάται χαρακτηριστικά ο Μάκης Μάτσας για την επίσκεψη του τραγουδιστή στο γραφείο του, το 1979. «Το θέμα της φυλακής τον είχε δυσφημήσει αφάνταστα και ο κόσμος τον είχε σχεδόν ξεχάσει. Επιπλέον, υπήρχε και το διαχρονικό πρόβλημα του ανταγωνισμού και της κόντρας του με τον Καζαντζίδη, που έκανε σχεδόν απαγορευτική τη συνύπαρξή τους κάτω από την ίδια δισκογραφική στέγη» αναφέρει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, εξηγώντας γιατί αρχικά απέφευγε τη συνεργασία μαζί του. «Εγώ θα έρθω στη Minos, θες-δεν θες. Και όχι μόνο θα έρθω, αλλά μαζί θα ξανακάνουμε επιτυχίες!» είχε πει τότε ο αξέχαστος ερμηνευτής, επιβεβαιώνοντας λίγο αργότερα την επιμονή του. Ο δίσκος του «Υποκρίνεσαι» μέσα σε λίγους μήνες ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις, ενώ ακολούθησαν οι επιτυχίες «Τα μάζεψα τα πράγματα», «Τα πήρες όλα κι έφυγες», «Ενα λεπτό, περιπτερά».
«Παθιάστηκα, δάκρυσα, θύμωσα και πέταξα από τη χαρά μου με τον Στέλιο»
Η μακρά λίστα των συνεργασιών του, όμως, δεν σταματά εκεί. Γιώργος Νταλάρας, Μάνος Λοΐζος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης, Μίμης Κουγιουμτζής, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δήμητρα Γαλάνη, Μάριος Τόκας, Γιάννης Πάριος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Πυξ Λαξ, καθώς και πολλοί ακόμα ερμηνευτές και συνθέτες είχαν, σε κάποια φάση της δημιουργικής πορείας τους, δώσει τα χέρια με τον Μάκη Μάτσα. Τον κραταιό άνδρα της ελληνικής δισκογραφίας, ο οποίος είχε ανέκαθεν έναν διακαή πόθο: να έχει στα μουσικά… λημέρια του όλα τα μεγάλα ονόματα από τον χώρο του τραγουδιού, κάνοντας ό,τι περνούσε από το χέρι του προκειμένου να συνεργαστεί μαζί τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. «Από την αρχή της διαδρομής μου έκανα μόνος μου τα βράδια, πριν κοιμηθώ, τα πιο ευφάνταστα όνειρα, στα οποία πάντα ο Στέλιος Καζαντζίδης βρισκόταν στην πρώτη θέση» γράφει χαρακτηριστικά ο Μάκης Μάτσας για τον ερμηνευτή, που πάσχισε να φέρει στα δικά του δισκογραφικά νερά και με τον οποίο έμελλε να έχουν μια μακροχρόνια αντιπαράθεση και διαμάχη, που τους έφερε πολλάκις και στις αίθουσες των δικαστηρίων. Η κόντρα τους υπήρξε μνημειώδης και άφησε εποχή, ενώ για πρώτη φορά ο ίδιος ο Μάτσας δημοσιεύει τις επιστολές που αντάλλαξε με εκείνον. «Με τον Στέλιο ξενύχτησα, δάκρυσα, θύμωσα, απογοητεύτηκα και άλλες φορές ενθουσιάστηκα, παθιάστηκα, πέταξα από τη χαρά μου. Κι αυτός, όμως, νομίζω ότι στη διαδρομή με αγάπησε. Μου έστελνε συχνά για δώρο ό,τι πολυτιμότερο είχε: τα ψάρια που με αγάπη και κόπο ψάρευε. Κι άλλες στιγμές με μίσησε όσο κανείς άλλος στη ζωή μου. Με έβρισε δημόσια, σαν τον χειρότερο εχθρό του Αλλά, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, ρωτούσε επίμονα τη γυναίκα του τη Βάσω και τον αγαπημένο του κουμπάρο, τον Νίκο Τζαννιδάκη, όπως αργότερα μου εκμυστηρεύθηκαν οι ίδιοι: “Ο Μάκης μού έστειλε λουλούδια; Μου έστειλε ευχές για περαστικά; Α, μπράβο. Να τον ευχαριστήσετε”».
Γιώτα Βαζούρα



