Ποια είναι τα σημεία της επέκτασης της δανειακής σύμβασης και τα ψιλά γράμματα που δημιουργούν πλήθος ερωτημάτων και καλείται να εξηγήσει η ελληνική κυβέρνηση στη Βουλή
Με αρκετές σκιές και γκρίζες ζώνες συνοδεύεται η επέκταση της δανειακής σύμβασης, που, όπως δεσμεύθηκε η κυβέρνηση, θα έρθει σύντομα στη Βουλή προς συζήτηση, αλλά όχι προς ψήφιση. Ο Γιάνης Βαρουφάκης και ο Γιάννης Στουρνάρας, που υπέγραψαν τη συμφωνία, οφείλουν να εξηγήσουν αρκετά σημεία της, που δημιουργούν ερωτήματα για τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση απέναντι στους εταίρους.
Στη συνεδρίαση της 20ής Φεβρουαρίου, το Eurogroup έκανε δεκτό το αίτημα της κυβέρνησης για νέα παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement). Η αρχική σύμβαση είχε υπογραφεί στις 12 Δεκεμβρίου 2012 και η συμφωνία για την πρώτη παράταση στις 19 Δεκεμβρίου 2014. Με τη δεύτερη παράταση η Σύμβαση βρίσκεται πλέον σε ισχύ έως και τις 30 Ιουνίου 2015.
Τα διαθέσιμα κεφάλαια του ΤΧΣ
Το κείμενο της νέας συμφωνίας, για τη δεύτερη δηλαδή παράταση, ενσωματώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (το 2.2) σχετικά με τα 11,5 δισ. ευρώ διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), από τα 50 συνολικά που είχαν δοθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Τα χρήματα αυτά, με την υπογραφή των κ. Βαρουφάκη και Στουρνάρα, έφυγαν από το ΤΧΣ και επέστρεψαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF). Αναπάντητα παραμένουν τα ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της κίνησης αυτής, αλλά και για την επιστροφή 1,185 δις ευρώ που ήταν περιουσία του ΤΧΣ και την είχε συνεισφέρει καθαρά το ίδιο.
Τα χρήματα αυτά πλέον είναι «παρκαρισμένα» στο Λουξεμβούργο (έδρα του EFSF) και η Ελλάδα μπορεί να ζητήσει να τα δανειστεί (ξανά!) και «μόνο για μία φορά», όπως σημειώνεται ρητά. Αυτά τα 11,5 δισ. ευρώ θα είναι διαθέσιμα μέχρι τη λήξη της παράτασης, έως το τέλος δηλαδή του Ιουνίου. Εφόσον η Ελλάδα αιτηθεί την επιστροφή τους, αυτή μπορεί να γίνει μόνο για να αξιοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση «βιώσιμων τραπεζών» και για κανέναν άλλον σκοπό. Το αίτημα της επιστροφής των συγκεκριμένων χρημάτων ακολουθεί μια ξεχωριστή διαδικασία, αφού πρέπει να συνοδεύεται από την έγκριση της ΕΚΤ και της Κομισιόν, αλλά και συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.
Εντύπωση προκαλεί ότι η τήρηση μνημονιακών -ή ισοδύναμων- όρων δεν είναι μία από αυτές τις προϋποθέσεις. Επομένως, οι μεταρρυθμίσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέτρα που ζητούν οι δανειστές αφορούν μόνο τα δάνεια που χρειάζεται η χώρα – ενώ στα δάνεια που δίνονται στις τράπεζες οι όροι είναι κυρίως διαδικαστικοί και όχι ουσίας. Και όχι μόνο αυτό: Ακόμα και χωρίς την υλοποίηση αυτών των όρων, το EFSF μπορεί να προβεί σε προχρηματοδότηση, όπως την ονομάζει, δίνοντας δηλαδή ένα ποσό ως προκαταβολή, εφόσον φυσικά οι τράπεζες το έχουν ανάγκη.
Αλλη μια γκρίζα ζώνη αφορά τη ρήτρα «μη πιστωτικού γεγονότος» και «μη αναταραχής της αγοράς». Σε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές περιπτώσεις, αν δηλαδή η Ελλάδα δεν αποπληρώσει οποιαδήποτε δανειακή υποχρέωσή της ή αν σημειωθεί αναταραχή στις διεθνείς αγορές, το EFSF μπορεί να «κλειδώσει» τα χρήματα και να μην τα διαθέσει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Η σπουδαιότερη, όμως, γκρίζα ζώνη της συμφωνίας είναι το κεφάλαιο 4, με τίτλο «Αμετάβλητες οι άλλες ρήτρες». Το κεφάλαιο αυτό ορίζει ότι, εκτός από τις προαναφερθείσες αλλαγές, που αφορούν κυρίως τα χρήματα που επεστράφησαν από το ΤΧΣ στο EFSF, «όλες οι άλλες ρήτρες της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης παραμένουν αμετάβλητες»! Συνεπώς, όλες οι ρήτρες που περιείχαν οι δύο συμφωνίες, που είχε υπογράψει η συγκυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ, και συνδέονται άμεσα και ξεκάθαρα με το Μνημόνιο (δένοντας χειροπόδαρα τη χώρα) παραμένουν ως έχουν. Ο υπουργός Οικονομικών οφείλει να καταστήσει σαφές στη Βουλή ποιο είναι ακριβώς το περιεχόμενο αυτού του κεφαλαίου και αν πράγματι επανέφερε από την πίσω πόρτα το Μνημόνιο, χωρίς μάλιστα καμία αλλαγή.
Δεμένη χειροπόδαρα,όπως πάντα, η χώρα με ρήτρες και αγγλικό δίκαιο
Αυτά που είναι αρκετά σαφή είναι εκείνα που περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο της συμφωνίας. Πρόκειται για τρία ζητήματα με ιδιαίτερα αρνητική χροιά για τη χώρα μας, που πλέον φέρουν και τη σφραγίδα της νέας ελληνικής κυβέρνησης:
1) Ολες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία «διέπονται από το αγγλικό δίκαιο».
2) Τα αντισυμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή η Ελλάδα και οι δανειστές) αποδέχονται ως αποκλειστικά αρμόδια για κάθε ζήτημα «σχετικά με τη νομιμότητα, την εγκυρότητα, την ερμηνεία ή την εκτέλεση της Συμφωνίας για την Τρίτη Τροποποίηση» τα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
3) «Η Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος και το ΤΧΣ αμετάκλητα και χωρίς όρους παραιτείται από κάθε ασυλία την οποία δικαιούται ή μπορεί να δικαιούται στο μέλλον, σε σχέση με την ίδια ή τα περιουσιακά της στοιχεία για τις νομικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη Συμφωνία για την Τρίτη Τροποποίηση».
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Οτι η χώρα είναι ουσιαστικά δεμένη χειροπόδαρα με πολύ αυστηρές ρήτρες, αφού οποιοδήποτε ζήτημα τεθεί σχετικά με την εκτέλεση των υποχρεώσεών της θα λυθεί από δικαστήριο του Λουξεμβούργου, που θα εφαρμόσει το αγγλικό δίκαιο! Επίσης, οι δανειστές μπορούν να διεκδικήσουν -με τη σύμφωνη γνώμη της χώρας μας- οποιοδήποτε κομμάτι από την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου.
Οσο για τη συζήτηση σχετικά με το ορθό της μη έγκρισης από τη Βουλή της συμφωνίας, αυτό φαίνεται ότι το λύνει η ίδια η συμφωνία. Συγκεκριμένα, στο έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που συνοδεύει τη συμφωνία, στο σημείο 14 αναγράφεται ότι «η έγκριση από το Κοινοβούλιο δεν απαιτείται ώστε η Συμφωνία για την Τρίτη Τροποποίηση να είναι σε ισχύ και δεσμευτική».
Κώστας Παπαχλιμίντζος



