«Θάνατος» για τα καζάνια τσίπουρου αλλά και για την παράδοση της βόρειας Ελλάδας στο δημοφιλές αυτό απόσταγμα, που συμπυκνώνει μέσα του ιστορικές μνήμες και χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, θα φέρει ενδεχόμενη τροποποίηση του καθεστώτος στον φόρο κατανάλωσης του χύμα προϊόντος, όπως τουλάχιστον τη ζητά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Την απαισιόδοξη αυτή εκτίμηση κάνουν στη «δημοκρατία» δύο διήμεροι αποσταγματοποιοί -ή, αλλιώς, καζανάδες- στις Σέρρες και στην Καβάλα, εφόσον τελικά η σχετική φορολογία αυξηθεί, εξηγώντας ότι δεν είναι δυνατό να ανταγωνιστούν τους μεγάλους του κλάδου και το τυποποιημένο προϊόν, τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι λειτουργούν μόλις 60 ημέρες τα καζάνια τους και οι άλλοι όλο τον χρόνο.
Ο 35χρονος Οδυσσέας Δαρνάκας ίδρυσε πριν από λίγο καιρό την επιχείρησή του, το Κτήμα Δαρνάκα, στις Σέρρες, λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα φορολογικά δεδομένα, και επένδυσε σε αμπέλια και κτιριακές εγκαταστάσεις μέσα στην κρίση.
Καταστροφική
Πιστεύει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποβεί καταστροφική για τον διήμερο αποσταγματοποιό, που εξυπηρετεί τόσο τις ανάγκες ενός απλού καλλιεργητή σε οικιακό τσίπουρο όσο και τους μικρούς αμπελουργούς που διοχετεύουν μέρος της παραγωγής τους στα αποστακτήρια, εξασφαλίζοντας ένα εγγυημένο εισόδημα. Ο ίδιος εκτιμά πως πρόκειται για μια προσπάθεια να ανακοπούν η δυναμική πορεία και η διάθεση χύμα τσίπουρου στη χώρα μας.
«Είναι σαν να μας λένε “κλείστε τα διήμερα καζάνια”» λέει από την πλευρά του ο 36χρονος Μιχάλης Φουντουκίδης, ο οποίος μεγάλωσε στο αποστακτήριο του πατέρα του, το «Καζάνι του Μανώλη», στο Ορφάνι Καβάλας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πλήγμα θα είναι μεγάλο όχι μόνο για τους διήμερους αποσταγματοποιούς και τους αμπελουργούς, αλλά και για την παράδοση της βόρειας Ελλάδας σε τσίπουρο. «Υπάρχουν περιοχές που δουλεύουν το τσίπουρο περισσότερο και από τον καφέ. Εκεί θα υπάρξει πρόβλημα» λέει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη χώρα μας επιβάλλεται υπερβολικά μειωμένος συντελεστής στο τσίπουρο και στην τσικουδιά, όταν παρασκευάζονται χύμα από τους διήμερους αποσταγματοποιούς.
Μαρία Μαθιοπούλου

