Πώς τα κόμματα προσπαθούν να αντιπαρατεθούν στο φαινόμενο Τσίπρα. Ο εγκλωβισμός της Ν.Δ., η καθηλωμένη Αριστερά, η περιδίνηση του Ποταμιού και το πρόβλημα στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Υπό την επήρεια του «φαινομένου Τσίπρα» κινείται η πολιτική ζωή και διαμορφώνεται η μετεκλογική στρατηγική των κομμάτων. Υστερα από τον πρώτο απολογισμό των αποτελεσμάτων της 20ής Σεπτεμβρίου, οι πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να περάσουν στην επόμενη φάση η οποία, όπως αποδείχθηκε, κρύβει πολλές ανατροπές σε σχέση με τις προσδοκίες και τους υπολογισμούς της προεκλογικής περιόδου. Η φράση του Ομπάμα στη σύζυγό του «Μισέλ, αυτός κέρδισε απανωτά τις τελευταίες εκλογές» αποτυπώνει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις διαστάσεις που έχει πάρει η πολιτική επιτυχία του κ. Τσίπρα και τις εντυπώσεις που παράγει όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό.
Την ώρα που ξεκινά η υλοποίηση του τρίτου Μνημονίου και οι επόμενες εβδομάδες και μήνες προβλέπονται μαρτυρικοί για το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ο κ. Τσίπρας είναι κυρίαρχος πολιτικά και επικοινωνιακά σε τέτοιο βαθμό, που στα κόμματα της αντιπολίτευσης κερδίζει διαρκώς έδαφος η συζήτηση για την αναζήτηση του «αντι-Τσίπρα». Ολα αυτά ασφαλώς υπό την αίρεση ότι το φαινόμενο Τσίπρα θα έχει πολιτική διάρκεια και αντοχή. Ανάλογο φαινόμενο πάντως έχει να παρουσιαστεί από τη δεκαετία του 1980, όταν η επικράτηση του Ανδρέα Παπανδρέου ώθησε τη Ν.Δ. στην ανάγκη ετεροπροσδιορισμού του ηγέτη της, τον οποίο βρήκε, υπό τα δεδομένα εκείνης της εποχής, το 1984 με τα χαρακτηριστικά του «αντι-Ανδρέα» στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Η δεκαετία του ’80
Τριάντα χρόνια αργότερα, όμως, οι αντιστοιχήσεις δεν είναι σίγουρα ίδιες και δεν δείχνουν εύκολες. Τότε η συνταγή της πόλωσης και της κατά μέτωπο αντιπαράθεσης ήταν μονόδρομος και η αναζήτηση είχε απλώς σχέση με το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να την εφαρμόσει. Σήμερα, λόγω και του Μνημονίου, οι συνθήκες είναι διαφορετικές και πιο σύνθετες. Αυτή είναι και η εστία του μεγάλου προβληματισμού που, σύμφωνα με πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στα κόμματα της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα στη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, που ψήφισαν «ναι» μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ τον Αύγουστο στη Βουλή.
Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, η μορφή της αντιπολίτευσης που θα ασκήσουν αυτά τα τρία κόμματα μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι λόγω των ελιγμών του κ. Τσίπρα. Σε διάστημα οκτώ μηνών εκείνος κέρδισε τρεις αναμετρήσεις, έχοντας μετατοπιστεί από την αντιμνημονιακή όχθη στην απέναντι. Το δικό του πολιτικό αφήγημα επικράτησε στις 20 Σεπτεμβρίου και το ζητούμενο για τους αντιπάλους του είναι με ποιο θα του αντιπαρατεθούν αυτοί από εδώ και πέρα.
Μια πρώτη γεύση θα δοθεί κατά το τριήμερο των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή. Ηδη πληροφορίες αναφέρουν ότι μετά το «τέλος ανοχής» που διακήρυξε εν όψει της ανακοίνωσης της υποψηφιότητάς του, ο Β. Μεϊμαράκης, υπό την πίεση της εσωκομματικής διαδικασίας για την εκλογή ηγεσίας στη Ν.Δ., θα σκληρύνει τη στάση του απέναντι στον κ. Τσίπρα. Δεν έχουν μεσολαβήσει όμως παρά ελάχιστες ημέρες από την προεκλογική περίοδο, κατά την οποία ως αρχηγός της Ν.Δ. εμφανιζόταν συναινετικός και μετριοπαθής προσφέροντας χείρα συνεργασίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα βέβαια στους κόλπους της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναπτύσσεται μια τάση που ζητά να ενισχυθούν οι «διαχωριστικές γραμμές» από την κυβέρνηση ακόμη και επί της εφαρμογής των μνημονιακών δεσμεύσεων που από κοινού ψηφίστηκαν.
Μένει να φανεί πώς θα εκφραστεί αυτό και στις εσωκομματικές κάλπες για την ανάδειξη ηγεσίας, αλλά σε κάθε περίπτωση ο κ. Τσίπρας δείχνει, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, να διαθέτει το πλεονέκτημα. Η Ν.Δ., ακόμη κι αν ξεπεράσει τους εσωτερικούς διχασμούς της και παραμείνει ενωμένη, θα πρέπει είτε να ασκήσει επί της ουσίας ήπια αντιπολίτευση, συναινώντας στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και αλλαγών, είτε να περάσει από τα προεκλογικά «ναι» στα μετεκλογικά «όχι». Στην πρώτη περίπτωση μετατρέπεται εκ των πραγμάτων σε συμπλήρωμα της κυβερνητικής πολιτικής, μένοντας απλώς με τη χαρά της πολιτικής δικαίωσης, και στη δεύτερη δίνει το δικαίωμα στον κ. Τσίπρα να της επιρρίψει τις ευθύνες για τη διαμόρφωση αρνητικού και αντιεπενδυτικού κλίματος όσον αφορά την ταχεία εφαρμογή των συμφωνιών με τους εταίρους.
Οι επιλογές και η διαχείρηση του προβλήματος από την αντιπολίτευση
Για τη Νέα Δημοκρατία η δυναμική και μόνο που αναπτύσσει η υποψηφιότητα του 37χρονου Απόστολου Τζιτζικώστα αρκεί για να καταδείξει την επίδραση του φαινομένου Τσίπρα και στον χώρο της Κεντροδεξιάς. Ανάλογη απειλή συνιστά το «φαινόμενο Τσίπρα» -εκτός από την Αριστερά, που είτε παρέμεινε καθηλωμένη διά του ΚΚΕ είτε βρέθηκε εκτός παιχνιδιού διά της Λαϊκής Ενότητας παρά τις ισχυρές δυνάμεις που αρχικά διέθετε- και για τους σχηματισμούς της Κεντροαριστεράς, όπως εκφράστηκαν στις εκλογές με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του κ. Θεοδωράκη έχει μπει ήδη σε περιδίνηση λόγω της σημαντικής πτώσης των ποσοστών του, κάτι που δημιουργεί αβεβαιότητα και για τη μελλοντική πορεία του. Η πλήρης μνημονιακή συμπόρευση αποδείχθηκε ότι το βλάπτει, ενώ η αλλαγή γραμμής απειλεί να οδηγήσει σε απόλυτο αδιέξοδο. Στο ΠΑΣΟΚ η ευφορία των πρώτων ημερών δεν μπορεί να κρύψει το πρόβλημα στρατηγικής που αντιμετωπίζει και καλείται να διαχειριστεί η κυρία Γεννηματά.
Μια πρώτη απόπειρα επιστροφής στην έντονη αντιπολιτευτική ρητορική επιχειρήθηκε με τις δηλώσεις ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα ψηφίσει ορισμένους εφαρμοστικούς νόμους και τις αιτιάσεις κατά της κυβέρνησης ότι είναι «πιο τροϊκάνοι από τους τροϊκάνους». Τα όρια αυτής της τακτικής όμως -που περισσότερο θυμίζει κλεφτοπόλεμο- είναι περιορισμένα, δεν απαλλάσσουν το ΠΑΣΟΚ από τις ευθύνες του και κυρίως αφήνουν μεγάλο περιθώριο στον κ. Τσίπρα να διαλαλεί ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του προσπαθούν, από τον Ιανουάριο και μετά, να διορθώσουν τα λάθη και τις αποτυχίες των προκατόχων τους. Ανά πάσα στιγμή άλλωστε μπορεί και το ΠΑΣΟΚ, αν επιλέξει την πολωτική συμπεριφορά, να βρεθεί υπόλογο για τυχόν υποτροπή και επιδείνωση της κρίσης, που θα αναζωπυρώσει και τα σενάρια περί grexit ή του περίφημου time out που είχε εισηγηθεί ο κ. Σόιμπλε.

