Ευθεία παραδοχή ότι έπρεπε να είχε γίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους το 2010, αλλά οι δανειστές μας παρέβλεψαν την ανάγκη αυτή για να προφυλάξουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν πολλά ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους, έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με καθυστέρηση πέντε ετών. Επιπλέον, αποφάνθηκε ότι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή ο υφεσιακός συνδυασμός μείωσης μισθών και αύξησης φόρων, έπρεπε να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου.
Οι ομολογίες για τα λάθη του ΔΝΤ έγιναν αργά προχθές τη νύχτα σε συνέντευξη Τύπου του αναπληρωτή διευθυντή Στρατηγικής και Πολιτικής του Ταμείου Βίβεκ Αρόρα, με αφορμή την παρουσίαση έκθεσης αξιολόγησης των προγραμμάτων του διεθνούς οργανισμού κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. «Δεν υπήρχε “δίχτυ προστασίας” της ευρωζώνης και ήταν μεγάλη η ανησυχία ότι η αναδιάρθρωση χρέους θα οδηγούσε σε σοβαρή μετάδοση της κρίσης στην ευρωζώνη» ανέφερε ο κ. Αρόρα για τον χειρισμό γύρω από το ελληνικό χρέος το 2010.
Εσωτερική έρευνα
Υπενθυμίζεται ότι το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησης (IEO) του ΔΝΤ διεξάγει εσωτερική έρευνα για τον ρόλο που έπαιξαν τα στελέχη του Ταμείου στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης. Μάλιστα το IEO βρισκόταν κοντά στην ολοκλήρωση του σχετικού πορίσματός του, αλλά ο πρώην επικεφαλής του ελληνικού προγράμματος του ΔΝΤ και νυν διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Ταμείου Πολ Τόμσεν ζήτησε και πέτυχε να «παγώσει» το πόρισμα, με τη δικαιολογία ότι το ελληνικό πρόγραμμα βρίσκεται σε εξέλιξη.
Από την έκθεση που παρουσιάστηκε προχθές προκύπτουν επίσης τα εξής:
- Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους που κατείχαν ιδιώτες (PSI) δεν αρκούσε για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους και έγινε με καθυστέρηση.
- Η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν απότομη και προκάλεσε ύφεση μεγαλύτερη των προβλέψεων.
- Επιπλέον, η πλειονότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ αναγνώρισε την ανάγκη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου για τις περιπτώσεις χωρών που προχωρούν σε εσωτερική υποτίμηση, όπως η Ελλάδα, προσθέτοντας ωστόσο ότι αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη χρηματοδότηση.


