Τα αθάνατα τραγούδια του πρωτοπόρου του μπουζουκιού Μάρκου Βαμβακάρη αύριο με την «κυριακάτικη δημοκρατία»
Από τη
Γιώτα Βαζούρα
Εγραψε και τραγούδησε για τις χαρές, τις λύπες, τα πλούτη και τη φτώχεια τούτου του κόσμου, με τις πιο απλές λέξεις και τις πιο συγκινητικές μελωδίες. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο άρχοντας του ρεμπέτικου και ο σπουδαίος συνθέτης της «Φραγκοσυριανής», ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους δημιουργούς, που δικαίως κατέχει τον τίτλο του θεμελιωτή του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.
Την αυριανή έκδοση της «κυριακάτικης δημοκρατίας» θα συνοδεύει μια διπλή δισκογραφική συλλογή, η οποία περιλαμβάνει όλες τις μεγάλες επιτυχίες του.
Ο τίτλος αυτής είναι «Μάρκος Βαμβακάρης. Μουσική αυτοβιογραφία 1932-1968» και περιλαμβάνει γνωστά και πολυτραγουδισμένα κομμάτια, μεταξύ αυτών και «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Μικρός αρραβιωνιάστηκα», «Τα δυο σου χέρια πήρανε», «Ατακτη», «Νοστιμό τρελό μικρό μου», «Αντώνης ο βαρκάρης» αλλά και η «Φραγκοσυριανή».
Ο «Φράγκος», όπως ήταν το παρατσούκλι του, γεννήθηκε στην Ανω Χώρα της Σύρου στις 10 Μαΐου του 1905, σε μια πολυμελή οικογένεια καθολικών. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι γονείς του, αναγκάστηκε να αφήσει από πολύ νωρίς το σχολείο και να βγει στο μεροκάματο. Ετσι, ως τα 12 χρόνια του είχε ήδη εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης, υπάλληλος σε μανάβικο αλλά και εργάτης σε κλωστήριο. Λίγο προτού συμπληρώσει τα 13 εγκατέλειψε την Σύρο και μετακόμισε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον
ακολούθησε και η οικογένειά του. Λέγεται μάλιστα ότι ο λόγος που ετράπη σε φυγή ήταν γιατί άθελά του έσπρωξε έναν βράχο σε μια κατηφόρα, ο οποίος τελικά έπεσε μέσα σε ένα σπίτι. Υπό τον φόβο να μη συλληφθεί, έφυγε και πήγε στον Πειραιά, όπου αρχικά δούλεψε ως εργάτης στα καρβουνιάρικα και στη συνέχεια στα δημοτικά σφαγεία.
Την περίοδο εκείνη ο Μάρκος Βαμβακάρης άκουσε για πρώτη φορά μπουζούκι, οι ήχοι του οποίου τον συνεπήραν και του άλλαξαν τη ζωή. Αρχισε να μαθαίνει και εκείνος και σιγά άρχισε να γράφει τα πρώτα τραγούδια του. Την ίδια εποχή κάνει τον πρώτο γάμο του με την Ελένη Μαυροειδή, την οποία αποκαλούσαν με το παρατσούκλι Ζιγκοάλα, μια σχέση όμως που δεν έμελλε να κρατήσει πολύ.
Το 1933 ηχογράφησε το πρώτο τραγούδι του, το «Καραντουζένι», και το ερμήνευσε ο ίδιος παρά τις επιφυλάξεις που είχε για τη φωνή του.
Το 1934 μαζί με τους φίλους του (τους οποίους γνώρισε στα στέκια του Πειραιά) Γιώργο Μπάτη, Ανέστη Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή ιδρύουν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία. Η ξακουστή Τετράς του Πειραιά ήταν ένα σχήμα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Το 1935, κατά τη διάρκεια μιας εμφάνισής του σε ένα μαγαζί στη Σύρο, ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε το εμβληματικό κομμάτι του, την περίφημη «Φραγκοσυριανή». Οπως είχε δηλώσει και ο ίδιος ο συνθέτης, το διάσημο αυτό τραγούδι το εμπνεύστηκε την ώρα που έπαιζε μπουζούκι βλέποντας μια κοπέλα που τον εντυπωσίασε με την ομορφιά της. Ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30 η φήμη του Μάρκου Βαμβακάρη είχε εκτοξευθεί, ενώ ο κόσμος τον αποθέωνε σε κάθε εμφάνισή του. Την εποχή εκείνη έγραψε και τα «Μπουζούκι μου διπλόχορδο», «Τα δυο σου χέρια πήρανε» (Βεργούλες), «Οσοι έχουνε πολλά λεφτά», «Ο Μάρκος υπουργός» («Οσοι γινούν πρωθυπουργοί»), «Το μινόρε της αυγής», «Μικρός αρραβωνιάστηκα» καθώς και πολλά ακόμη κομμάτια.

Το 1942 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τη Βαγγελιώ, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τον Δομένικο, τον Στέλιο, τον Βασίλη. Τη δεκαετία του ’50, ωστόσο, ο ταλαντούχος μουσικοσυνθέτης αντιμετώπισε προβλήματα υγείας (διαγνώστηκε με αρθρίτιδα) αλλά και οικονομικά προβλήματα, αφού λόγω των μεγάλων αλλαγών στο μουσικό τοπίο είχε παραγκωνιστεί και δεν μπορούσε να βρει δουλειά στα νυχτερινά κέντρα.
Η δεύτερη καριέρα και ο επίλογος
Η δεύτερη μεγάλη δισκογραφική καριέρα του Βαμβακάρη ξεκίνησε το 1960, όταν η εταιρία Κολούμπια αποφάσισε να βγάλει ξανά σε επανεκτελέσεις όλα τα τραγούδια του με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, της Καίτης Γκρέυ καθώς και πολλών ακόμη ερμηνευτών. Ο Μάρκος Βαμβακάρης επανήρθε στο προσκήνιο δίνοντας συναυλίες, αλλά και δουλεύοντας ξανά στα λαϊκά κέντρα.
Οι ασθένειες ωστόσο τον λύγισαν. Εφυγε από τη ζωή στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, σε ηλικία 66 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια μουσική κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνονται περισσότερα από 200 ηχογραφημένα κομμάτια.


