«Γιατί τα πάντα γίνονται χάριν του Αγαθού, και όσα είναι αγαθά και όσα είναι αντίθετα∙ γιατί τα αντίθετα κάνουμε από άγνοια της φύσης τους, παρόλο που ποθούμε το Αγαθό. […] Το είδος και η φύση των κακών είναι έλλειψη, αοριστία και στέρηση, και ο τρόπος της υπόστασής τους μοιάζει περισσότερο με μία υπόσταση παρασιτική (παρυπόστασις), όπως συνηθίζουν να λένε. Γι’ αυτό και έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι το κακό είναι ακούσιο. Γιατί πώς θα μπορούσε να είναι εκούσιο από την στιγμή που γίνεται χάριν του αγαθού, ενώ από μόνο του δεν είναι το αντικείμενο της επιθυμίας και της βούλησης κανενός όντος;» Πρόκλου, «Περί της των κακών υποστάσεως»,
Απαντα, τόμος 36, σ. 457.
Ενας από τους εις όλους προσβάσιμος αλλά άγνωστος στο ευρύ κοινό θησαυρός είναι η σειρά των σωζόμενων έργων του Πρόκλου, που ήταν ένας από τους τελευταίους τιτάνες της ελληνικής σκέψης. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Φεβρουαρίου 412 μ.Χ. και πέθανε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 485. Από τους μελετητές του έργου του και τους κλασικιστές εντάσσεται στην κατηγορία των νεοπλατωνικών. Ο όρος αυτός είναι κάπως περιοριστικός και αναμφίβολα προσδίδει στους φέροντες τη σφραγίδα μιας απλής υποδιαίρεσης σ’ ένα άκαμπτο πλατωνικό σύμπαν. Ομως, όποιος εντρυφήσει στο πλουσιότατο και απρόσμενα βαθύ, σαγηνευτικό και πνευματικά γενναιόδωρο έργο του Πρόκλου θα νιώσει ότι συναντήθηκε με μια μορφή, η οποία τον παίρνει από το χέρι και του δείχνει την έξοδο από το σπήλαιο των ψευδαισθήσεων και των δοξασιών, όπου έχει εγκλωβιστεί η ανθρωπότητα.
Ο Πρόκλος φωτίζει με τα διανοήματά του μια σειρά πτυχών και εκδηλώσεων του Ενός: Από τα μαθηματικά και τη φύση της ειμαρμένης μέχρι τις ουράνιες σφαίρες, τη γεωμετρία και τον Θεό.
Στο έργο απ’ όπου αντλήθηκε το απόσπασμα στην αρχή του κειμένου πραγματεύεται τον ορισμό, τη δημιουργία ή μη, τη φύση, τις λειτουργίες και την ιεραρχία του κακού! Οποιος το αναγνώσει θα αισθανθεί την εσωτερική ανάγκη να επιστρέψει επανειλημμένως στο έργο, να ανατρέξει στις σελίδες του και να αρχίσει να συνδέει πρόσωπα, καταστάσεις, εξελίξεις, κοινωνικά φαινόμενα και συναισθήματα τα οποία είχε ταξινομήσει βιωματικά σε θετικά και αρνητικά, αλλά όμως δεν μπορούσε να ερμηνεύσει με μία συνεκτική θεωρία.
Ο Πρόκλος είναι ίσως ο πρώτος φιλόσοφος που αναλύει τόσο διεξοδικά τη φύση του κακού. Φυσικά, το πράττει εκκινώντας τη ρότα του από τον τηλαυγή φάρο του πλατωνικού έργου, αλλά βοηθά τους αμύητους (στον φιλοσοφικά πειθαρχημένο λόγο) να καταλάβουν και να απομυθοποιήσουν, επιτέλους, το φαινομενικά «πανίσχυρο» κακό.
Για τον Πρόκλο, στο κακό αρμόζει ο ορισμός του «μη όντος». Οσο κι αν φαντάζει παραδοξολογία, στο κακό δεν ταιριάζει το ρήμα «είναι», επειδή δεν είναι, δεν υπάρχει. Συνυπάρχει με το αγαθό και αντλεί δύναμη από αυτό. Το κακό δεν έχει δική του ισχύ, αφού κάθε ικμάδα δύναμης που υπάρχει στο σύμπαν εκπηγάζει από τον Θεό, το Αγαθό, τον προϋπάρχοντα Νόμο, Λόγο και Αίτιο. Το κακό ουδέποτε αποτελεί αυτοπροαίρετη επιλογή. Μόνο ως παρερμηνεία του Αγαθού επιλέγεται από τους ανθρώπους. Τούτη η αντίληψη αναπόφευκτα φέρνει ως συνειρμό την παράκληση του Χριστού στον Πατέρα Του να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του διότι δεν γνωρίζουν τι πράττουν (Κατά Λουκάν ΚΓ΄ 34: πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι).
Αυτή η εκδοχή της φύσεως και της λειτουργίας του κακού ερμηνεύει μια σειρά από πολιτικά φαινόμενα, κοινωνικές διεργασίες και οικονομικές εξελίξεις. Η «παρυπόστασις» του κακού, η παρασιτική φύση του, δεν μπορεί να αντέξει δίχως να υπάρχει αγαθό που να παράγει ενέργεια και δύναμη. Σαν την ασθένεια, διαλύεται όταν το σώμα του ασθενούς διαλυθεί. Οπως στα κράτη, υπάρχει μια παρασιτική τάξη που εκμεταλλεύεται τον κόπο και την προσπάθεια που καταβάλλουν οι πολλοί σκληρά εργαζόμενοι πολίτες.
Ωστόσο, σε τούτο το αποκαλυπτικό έργο του Πρόκλου υπάρχει όχι απλή ελπίδα, αλλά διαβεβαίωση, η οποία είναι ακλόνητη, πακτωμένη σε μη παραβιάσιμους φυσικούς νόμους. Το Αγαθό είναι Ον και πανίσχυρο. Κατισχύει του Κακού πάντοτε, όποτε οι επιζητούντες το Αγαθό μπορούν να το διακρίνουν και επιλέξουν να αναμετρηθούν. Αρκεί να γνωρίζουν και να μην παραπλανώνται από τις μεταμφιέσεις του κακού – γιατί πάντοτε παρουσιάζεται ως το καλό. Εκεί είναι η σοφία. Στη διάκριση μεταξύ καλού και κακού.
Παναγιώτης Λιάκος


