Χρήσιμα συμπεράσματα από το αξεπέραστο μέχρι σήμερα έργο του Παναγιώτη Κονδύλη «Θεωρία του πολέμου»Οποιος π.χ. μελετήσει προσεκτικά και σ’ όλες τις πτυχές της την αντιπαράθεση σοφιστικής και Πλάτωνος θα διαπιστώσει ότι εδώ συνοψίστηκε, κατά τρόπο κυριολεκτικά ανυπέρβλητο, ό,τι κατά βάθος ταλανίζει έκτοτε, γεννώντας παράλληλα ποικίλες ενδιάμεσες λύσεις, τη δυτική σκέψη και όχι μόνον αυτή: το δίλημμα «μεταφυσική ή μηδενισμός», όπου η ηθική διάσταση του προβληματισμού συνάπτεται συνειδητά με τη γνωσιοθεωρητική ή κοσμολογική. Αυτό ούτε άλλαξε ούτε και θα μπορούσε να αλλάξει, γιατί εδώ τον λόγο έχουν τα σταθερά μεγέθη για τα οποία μιλήσαμε. Αλλά μήπως ο Θουκυδίδης δεν κατέστησε ορατές, κατά τρόπο εννοιολογικά επαρκή, ορισμένες σταθερές της πολιτικής συμπεριφοράς και των διεθνών σχέσεων, ούτως ώστε να αποτελεί σήμερα (εκτός Ελλάδος, εννοείται) υποχρεωτικό ανάγνωσμα όσων ασχολούνται ουσιαστικά με τέτοια ζητήματα»;
Από συνέντευξη του Παναγιώτη Κονδύλη στον Σπύρο Τσακνιά, περιοδικό «Διαβάζω», τ. 384, Απρίλιος 1998.
Ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998) δεν έχει πάψει να εντυπωσιάζει τους αναγνώστες και κοινωνούς των απόψεών του με την ευστοχία των «προβλέψεών» του και την ακρίβεια της αποτίμησης της κατάστασης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Οι παθογένειες που οδηγούν το έθνος μας στην ολοκληρωτική ήττα μόνο στα κείμενα του Κονδύλη αποκτούν σαφές περίγραμμα και προσδιορισμένο περιεχόμενο. Στους υποψήφιους «ανταγωνιστές» του κυριαρχούν η αοριστία και η έλλειψη πειθαρχίας στη διατύπωση, ενώ είναι συνήθως κραυγαλέα η έλλειψη συστήματος στη διαπραγμάτευση των επιχειρημάτων. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η αρθρογραφία και η σύνταξη επιφυλλίδων από τη συνέχιση της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Ο Κονδύλης, ακόμα και όταν αναφερόταν σε ζητήματα επίκαιρα, το έκανε με τρόπο άχρονο – όπως άχρονο είναι το σύνορο που χωρίζει τον κόσμο των δοξασιών από εκείνον της αλήθειας.
Κυριαρχεί στο πεδίο του και μετά τον θάνατό του ο Κονδύλης γιατί το σώμα του ήταν, όπως όλων ημών των εφήμερων, φθαρτό, αλλά άφθαρτο το πνευματικό υπόβαθρο που αξιοποίησε για να ανέβει στην κλίμακα απ’ όπου διακρίνεται η πραγματικότητα. Η ελληνική σκέψη, όλη η επίπονη και αξιοθαύμαστη κληρονομιά του έργου που πραγματοποιήθηκε στην αρχαιότητα, δεν ενέπνευσε απλά τον Κονδύλη, αλλά αποτέλεσε το μονοπάτι πάνω στο οποίο βάδισε η σκέψη του. Εκανε αποδοχή κληρονομιάς και πλούτισε το κοινό προσφέροντάς του ακριβώς αυτό που λείπει: ουσία αντί των εντυπώσεων. Οι «προβλέψεις» του τίθενται εντός εισαγωγικών διότι ο σημαντικότερος Ελληνας φιλόσοφος και θεωρητικός της ισχύος του Μεταπολέμου δεν καταγινόταν με τη μαντική. Δικαιωνόταν η εκτίμησή του για τον ρουν των πραγμάτων επειδή τοποθετούσε σωστά τα μεγέθη και τα πρόσημα στις εξισώσεις. Χωρίς τους αρχαίους κλασικούς, όπως ανέφερε και στη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Διαβάζω», αυτό δεν θα ήταν εφικτό.
Οι αρχαίοι κλασικοί υποχρεώνουν εκείνον που θα ασχοληθεί μαζί τους να αποσπάσει την προσοχή του από τα επιφαινόμενα, από τους συρμούς και τον συσχηματισμό με τον αιώνα τούτον, όπως έλεγε ο Απόστολος Παύλος (Προς Ρωμαίους 12.2). Η κλασική παιδεία προσφέρει έρμα πνευματικό. Δεν δημιουργεί συνειδήσεις-ανεμούρια που αλλάζουν προσανατολισμό ανάλογα με τις διακυμάνσεις των πεπλανημένων δοξασιών.
Αυτά προτείνει ο συγγραφέας του αξεπέραστου μέχρι σήμερα έργου «Θεωρία του πολέμου» (εκδ. Θεμέλιο, 1997).
Παναγιώτης Λιάκος
