Η σύλληψη των δραστών των ενόπλων ληστειών στην Κοζάνη και η δημοσιοποίηση των στοιχείων τους αποτελούν τρανές αποδείξεις της αστειότητας των επιχειρημάτων για «προβοκάτορες» που ασχολούνται με το «αντάρτικο» πόλης, την τρομοκρατία, τις ένοπλες ληστείες για τη δημιουργία «επαναστατικού» ταμείου και τις εμπρηστικές επιθέσεις. Δυστυχώς, οι θεωρίες για «παρακρατικούς» και «βαλτούς», υπονομευτές των «λαϊκών κινημάτων¨, δεν ευσταθούν. Θα ήταν ευτύχημα να ευσταθούν, διότι η τρομοκρατία θα αποτελούσε μια υπόθεση πεπειραμένων πρακτόρων, ειδημόνων στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης. Ετσι, δεν θα εμπλέκονταν σε δολοφονικές δραστηριότητες τα παιδιά της διπλανής πόρτας, οι έφηβοι των βορείων προαστίων και οι γόνοι των «καλών» οικογενειών, που ενώ δεν γνωρίζουν καλά καλά να γράψουν σωστά το ονοματεπώνυμό τους, είναι άσοι στον χειρισμό καλάσνικοφ και στην κατασκευή βομβών.
Οι συνήθεις δράστες προέρχονται από τον συνήθως ύποπτο χώρο της αναρχίας, του «αντιεξουσιασμού» και της άκρας Αριστεράς. Οι συλλήψεις που έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται «φωνάζουν» από μόνες τους. Από τη 17 Νοέμβρη και τον ΕΛΑ μέχρι τη Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς, το πάνθεον των συμμετεχόντων σε τρομοκρατικές ενέργειες δεν περιλαμβάνει ξένους ή ντόπιους πράκτορες, ακροδεξιούς και παρακρατικούς που εντοπίζουν οι γραφικές… διωκτικές Αρχές της Αριστεράς – όποτε εκείνη θέλει να «ξεκαρφωθεί» από αυτά τα κρούσματα βίας.
Το κακό της διάψευσης των συνωμοσιολογικών εικοτολογιών αναφέρθηκε προηγουμένως: Πολλοί νέοι, στερημένοι από ιδανικά και ουσιαστική ελληνική παιδεία, ψαρεύουν το νόημα ζωής που τους λείπει στα θολά νερά της ένοπλης μαρξιστογενούς χίμαιρας.
Το καλό είναι ότι η εξιχνίαση αυτών των υποθέσεων γίνεται, κάθε μέρα που περνάει, ολοένα και πιο εύκολη. Ο λόγος είναι απλός: οι δολοφονίες, οι ληστείες και οι άλλες παραβατικές ενέργειες που μεταμφιέζονται με «ιδεολογική» επικάλυψη έχουν χάσει κάθε λαϊκή νομιμοποίηση.
Οι υποθέσεις Μπακογιάννη και Αξαρλιάν -και στις ημέρες μας η μαζική δολοφονία στη Μarfin- ξεμπρόστιασαν οριστικά και αμετάκλητα τη φύση, τα κίνητρα και τους στόχους της εμπροσθοφυλακής της «ένοπλης πάλης».
Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να υπάρξει διαφορετική εξέλιξη…

