Αναβιώνει στο Εφετείο της Λάρισα η υπόθεση της δολοφονίας της 35χρονης Ιωάννας, ενός εγκλήματος που είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία το 2022. Στο εδώλιο κάθεται ο σύντροφός της, πακιστανικής καταγωγής, σήμερα 31 ετών, ο οποίος πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2022 ο κατηγορούμενος φέρεται να χτύπησε τη γυναίκα στο κεφάλι με θλον και αμβλύ όργανο μέσα στην υπόγεια γκαρσονιέρα επί της οδού Παπαναστασίου, όπου διέμεναν. Στη συνέχεια, τύλιξε τη σορό της με κουβέρτα και την άφησε πάνω στο στρώμα, το μοναδικό έπιπλο του χώρου, επιχειρώντας να κρύψει το έγκλημα.
Νεκρή μία εβδομάδα πριν εντοπιστεί
Η σορός της 35χρονης εντοπίστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2022, ωστόσο η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι ο θάνατός της είχε επέλθει περίπου μία εβδομάδα νωρίτερα. Ο ιατροδικαστής Χρήστος Κραβαρίτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γυναίκα δολοφονήθηκε με πρωτοφανή βιαιότητα, καθώς το χτύπημα στο κεφάλι προκάλεσε κάταγμα στη δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα του κρανίου.
Το χρονικό διάστημα του θανάτου συμπίπτει με ημέρα κατά την οποία η Ιωάννα είχε προχωρήσει σε καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία, αναφέροντας ότι ο σύντροφός της τη χτυπούσε. Στο πλαίσιο της έρευνας είχε διατυπωθεί η εκτίμηση ότι η δολοφονία ενδέχεται να συνδέεται άμεσα με την καταγγελία, με τον δράστη να επιχειρεί να την «τιμωρήσει» επειδή απευθύνθηκε στις Αρχές.
Εξαφάνιση και σύλληψη στο εξωτερικό
Μετά τον εντοπισμό της σορού, ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και αναζητούνταν από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές. Η έρευνα οδήγησε εκτός συνόρων, με τον άνδρα να εντοπίζεται τελικά στη Χάγη, όπου συνελήφθη από τις ολλανδικές αρχές βάσει διεθνούς εντάλματος. Λίγο αργότερα εκδόθηκε στην Ελλάδα, προκειμένου να λογοδοτήσει για την υπόθεση.
Ωστόσο, στοιχεία που έχουν προκύψει αναδεικνύουν κρίσιμα ερωτήματα για τις κινήσεις του πριν από τη διαφυγή του. Έξι ημέρες πριν αποκαλυφθεί το έγκλημα, ο τότε 27χρονος είχε επιχειρήσει, μαζί με ομάδα αλλοδαπών, να περάσει τα σύνορα προς τα Σκόπια από την Ειδομένη. Στο ίδιο σημείο είχε διαφύγει και άλλος ομοεθνής του, κατηγορούμενος σε διαφορετική υπόθεση ανθρωποκτονίας, με τη διαφορά ότι εκείνος συνελήφθη από τις αρχές της γειτονικής χώρας.
Στην περίπτωση της Ιωάννας, ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από Έλληνες αστυνομικούς πριν περάσει τα σύνορα, ωστόσο διαπιστώθηκε ότι του είχε επιβληθεί απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και απλώς επέστρεψε πίσω, χωρίς να προσαχθεί.
Τα αναπάντητα ερωτήματα για τους περιοριστικούς όρους
Η μη προσαγωγή του εκείνη τη στιγμή αποδεικνύεται κομβική. Αν είχε οδηγηθεί σε αστυνομικό τμήμα, θα είχε διαπιστωθεί ότι όφειλε να εμφανίζεται δύο φορές τον μήνα στις Αρχές, βάσει περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί μετά από δύο συλλήψεις για διακίνηση ναρκωτικών στην Αθήνα. Το ενδεχόμενο αυτό γεννά ερωτήματα για το αν θα μπορούσε να είχε αποτραπεί η διαφυγή του και να είχε συλληφθεί νωρίτερα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κατηγορούμενος φέρεται στη συνέχεια να εντόπισε άλλη δίοδο διαφυγής και να κατάφερε να περάσει στα Σκόπια. Οι αρχές των Σκοπίων έχουν ενημερωθεί επισήμως από την Ελληνική Αστυνομία, η οποία είχε ζητήσει τη σύλληψή του πριν τελικά εντοπιστεί στη Χάγη.
Η δίκη σε δεύτερο βαθμό
Η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό αναμένεται να φωτίσει εκ νέου τόσο τις συνθήκες του εγκλήματος όσο και τις ενέργειες – ή παραλείψεις – που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τη δολοφονία. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι καταγγελίες της Ιωάννας για κακοποίηση, η χρονική αλληλουχία των γεγονότων και τα κενά στην επιτήρηση ενός κατηγορούμενου με βαρύ ποινικό παρελθόν.
Για την οικογένεια της 35χρονης, η δίκη αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην αναζήτηση δικαίωσης, ενώ για τη Δικαιοσύνη μια κρίσιμη δοκιμασία επανεκτίμησης μιας υπόθεσης που ανέδειξε με δραματικό τρόπο τα όρια προστασίας θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.


