Στη φυλακή θα οδηγηθεί ο σμήναρχος
Η απολογία του 54χρονου σμηνάρχου της Πολεμικής Αεροπορίας, ενώπιον του στρατιωτικού εισαγγελέα στο Αεροδικείο Αθηνών ήταν… μαραθώνια, διαρκώντας περίπου 8 ώρες.
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε προφυλακιστέος μετά την απολογία του, ενώ είχε προηγηθεί αυτή στον ανακριτή στις 6/2, οπότε και κρατούνταν προσωρινά.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες ο σμήναρχος φέρεται να αποδέχτηκε την ενοχή του για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας και δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί πλήρως με τις αρχές, περιγράφοντας αναλυτικά τις δραστηριότητές του.
Στα κύρια σημεία που προέκυψαν από την απολογία και τις σχετικές αποκαλύψεις, ο σμήναρχος αποκάλυψε τον Κινέζο σύνδεσμό του με το ψευδώνυμο «Στίβεν», το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε για να αποκρυφθεί η κινεζική ταυτότητα.
Η ΕΥΠ γνωρίζει εδώ και καιρό για την ύπαρξή του, ενώ υπάρχουν επιφυλάξεις σχετικά με το αν πρόκειται για το πραγματικό όνομα. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα, όπως σε εστιατόριο στον Πειραιά παρουσία μιας μυστηριώδους γυναίκας, στο Πεκίνο και μέσω κρυπτογραφημένων μηνυμάτων.
Η συνεργασία ξεκίνησε μέσω ανάρτησης επαγγελματικού προφίλ, πιθανότατα σε πλατφόρμα όπως το LinkedIn, όπου ο σμήναρχος αναζητούσε επιπλέον εισόδημα ενόψει αποστρατείας. Δέχτηκε κρούση από εταιρεία που παρουσιάστηκε ως Μαλαισιανή, η οποία λειτουργούσε ως βιτρίνα για κινεζική δραστηριότητα.
Οι αμοιβές ξεκίνησαν από 500-600 ευρώ για γεωπολιτικές αναλύσεις και ασήμαντες πληροφορίες, ενώ στη συνέχεια κλιμακώθηκαν σε 5.000 ευρώ μηνιαίως ή 15.000 ευρώ τριμηνιαίως για απόρρητα τεχνικά χαρακτηριστικά, λογισμικά και κώδικες πρόσβασης.
Ο σμήναρχος μεταμφιεζόταν για να πραγματοποιεί αναλήψεις από ATM, συνήθως 200-300 ευρώ τη φορά, ενώ οι αρχές ερευνούν το crypto wallet σε παράνομο κινητό του, καθώς και πιθανούς λογαριασμούς σε κινεζικές τράπεζες.
Οι πληροφορίες που διέρρευσε εστίαζαν σε τεχνικά χαρακτηριστικά κρίσιμων συστημάτων, όπως ηλεκτρονικός πόλεμος, επικοινωνίες και λογισμικά, με στόχο την αντιγραφή και παραγωγή δυτικών όπλων και τεχνολογιών από την Κίνα. Είχε πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα της Πολεμικής Αεροπορίας, του ΝΑΤΟ και συμμάχων, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων όπως τα Patriot και ηλεκτρονικά συστήματα.
Τέλος, υπέδειξε δύο απόστρατους του ελληνικού στρατού, οι οποίοι ήδη ελέγχονται από τις μυστικές υπηρεσίες.
Οι έρευνες συνεχίζονται για την πλήρη έκταση των διαρροών, πιθανούς συνεργούς και ψηφιακά ίχνη, ενώ η υπόθεση θεωρείται μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις στρατιωτικής κατασκοπείας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.


