Ενα στα δέκα ανήλικα έως τριών ετών που εισάγονται με τραυματισμούς σε παιδιατρικές κλινικές ενδέχεται να έχει πέσει θύμα, ενώ σημαντικό ποσοστό καταγμάτων συνδέεται με βιαιοπραγίες
- Γράφει η Άννα Δόλλαρη
«Ενιωθα να με καίνε και να με γδέρνουν. Εκλαιγα, αλλά με άφηναν μόνο μου». Είναι η συγκλονιστική μαρτυρία ενός τετράχρονου αγοριού, το οποίο σε καθημερινή βάση, όπως αποκάλυψαν τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, το έκαιγαν με τσιγάρο, το χτύπαγαν, το δάγκωναν και το άφηναν νηστικό και μόνο του, σε ένα δωμάτιο χωρίς φως.
Δεν είναι το μοναδικό περιστατικό. Χιλιάδες παιδικές ψυχές «τσαλακώνονται» καθημερινά και «ματώνουν» από τη βία που βιώνουν από τους ίδιους τους γονείς τους. Μόλις χθες κρίθηκε ένοχη από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης η μητέρα η οποία ύστερα από μια έντονη διαφωνία χτύπησε και κούρεψε διά της βίας τη 16χρονη κόρη της. Το δικαστήριο της επέβαλε ποινή φυλάκισης 22 μηνών για ενδοοικογενειακή βία, απειλή και παράνομη βία, ενώ η ανήλικη βρίσκεται πλέον υπό καθεστώς προστατευτικής φύλαξης.
Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει τον μικρό 3χρονο Αγγελο ο οποίος έχασε τη ζωή του τον Φεβρουάριο του 2025 από τα φρικτά βασανιστήρια της μητέρας του και του πατριού του; Σύμφωνα με το πλήρες κατηγορητήριο που ήρθε στο φως της δημοσιότητας στις 11 Μαρτίου 2026, το παιδί δεχόταν καθημερινά κλοτσιές, μπουνιές και χτυπήματα με αντικείμενα, ενώ του χορηγούσαν και ναρκωτικές ουσίες, για να μην ακούγονται τα κλάματά του. Η υπόθεση συγκλόνισε συθέμελα την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τη σκοτεινή πλευρά της ενδοοικογενειακής βίας.
Η αύξηση των περιστατικών βίας με θύματα παιδιά δεν είναι πια ένας αριθμός σε μια έκθεση. Είναι μια γροθιά στο στομάχι. Είναι η είδηση που περνά για λίγα λεπτά στην οθόνη και μετά χάνεται, αλλά για κάποια παιδιά δεν τελειώνει ποτέ.
Θλιμμένα μάτια, πληγωμένες ψυχές, χέρια που διψούν για μια αγκαλιά και για την αίσθηση ασφάλειας που ποτέ δεν γνώρισαν. Η οικογένεια, που θα έπρεπε να αποτελεί το καταφύγιο αγάπης και προστασίας, μετατρέπεται για ορισμένα παιδιά σε έναν χώρο φόβου και κακοποίησης.
Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου 20.000 παιδιά κακοποιούνται κάθε χρόνο. Ο αριθμός αυτός δεν είναι απλώς μια στατιστική· πίσω από κάθε περίπτωση υπάρχει ένα παιδί που μεγαλώνει με φόβο.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, χιλιάδες περιστατικά έρχονται ετησίως στο φως, ενώ περίπου 4.000 αφορούν σοβαρές μορφές κακοποίησης.
Οι συνέπειες είναι δραματικές. Περισσότερα από 100 παιδιά εκτιμάται ότι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους ως άμεσο αποτέλεσμα βίας, ενώ άλλα τόσα καταλήγουν με σοβαρές και μη αναστρέψιμες αναπηρίες. Ανησυχητικά είναι και τα δεδομένα από τα νοσοκομεία: ένα στα δέκα παιδιά έως 3 ετών που εισάγονται με τραυματισμούς σε παιδιατρικές κλινικές ενδέχεται να έχει πέσει θύμα κακοποίησης, ενώ σημαντικό ποσοστό καταγμάτων σε αυτή την ηλικία συνδέεται με βίαιη συμπεριφορά.
Παράλληλα, ένας στους επτά ενήλικες αναφέρει ότι έχει βιώσει σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Οι ειδικοί επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου, καθώς πολλές περιπτώσεις δεν καταγγέλλονται ποτέ λόγω φόβου, ενοχής ή κοινωνικού στίγματος.
Η κλινική ψυχολόγος Ελένη Σινάνου, μιλώντας στη «δημοκρατία», επισημαίνει: «Η παιδική κακοποίηση δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Σε ατομικό επίπεδο, δυσκολίες συναισθηματικής ρύθμισης, έντονο άγχος, οικονομική πίεση, ανεργία ή μη θεραπευμένες ψυχικές διαταραχές μπορούν να μειώσουν την ικανότητα ενός γονέα να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός παιδιού με σταθερότητα και ενσυναίσθηση.
Σε οικογενειακό επίπεδο σημαντικό ρόλο παίζει και η διαγενεακή αναπαραγωγή της βίας. Ενήλικες που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα κακοποίησης ενδέχεται να έχουν εσωτερικεύσει δυσλειτουργικά πρότυπα σχέσεων, τα οποία ενεργοποιούνται ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης. Παράλληλα, κοινωνικοί παράγοντες όπως η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η έλλειψη υποστηρικτικών δομών αυξάνουν την ευαλωτότητα των οικογενειών».
Η ψυχολόγος τονίζει πως «οι επιπτώσεις στα παιδιά είναι βαθιές και πολυεπίπεδες. Η συνεχής έκθεση στη βία κρατά το νευρικό σύστημα σε διαρκή κατάσταση συναγερμού, επηρεάζοντας την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Πολλά παιδιά εμφανίζουν δυσκολίες στη συγκέντρωση, έντονο άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ αρκετά εσωτερικεύουν την ενοχή πιστεύοντας ότι ευθύνονται τα ίδια για όσα τους συμβαίνουν».
Εμφαση στην πρόληψη αλλά και στις θεραπευτικές παρεμβάσεις
Παρά τη σκληρή αυτή πραγματικότητα η σύγχρονη επιστήμη αναπτύσσει όλο και πιο αποτελεσματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις για την υποστήριξη των παιδιών που έχουν βιώσει κακοποίηση.
Μία από τις πιο τεκμηριωμένες και καινοτόμες μεθόδους, όπως μας ανέφερε η κυρία Σινάνου, «είναι η τραυματοκεντρική γνωσιακή – συμπεριφορική θεραπεία (Trauma-Focused CBT), η οποία βοηθά τα παιδιά να επεξεργαστούν τις τραυματικές εμπειρίες τους και να αποκτήσουν δεξιότητες διαχείρισης άγχους και συναισθημάτων.
Παράλληλα, η μέθοδος EMDR (Eye Movement Desensitization and Reprocessing) αξιοποιεί συγκεκριμένες αισθητηριακές τεχνικές ώστε να μειωθεί η ένταση των τραυματικών αναμνήσεων».
Οι ειδικοί τονίζουν ότι στόχος της θεραπείας δεν είναι μόνο η ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά η αποκατάσταση της αίσθησης ασφάλειας και ελέγχου στη ζωή του παιδιού. Καθοριστικό ρόλο παίζει η συνεργασία ψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων, κοινωνικών λειτουργών και σχολείου, καθώς και η ύπαρξη ενός σταθερού και προστατευτικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, η πρόληψη αποτελεί βασικό πυλώνα αντιμετώπισης του φαινομένου. Η ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών, η εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας και εκπαιδευτικών στην έγκαιρη αναγνώριση περιστατικών κακοποίησης και η στήριξη των γονέων μέσα από προγράμματα συμβουλευτικής μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διακοπή του κύκλου της βίας.
Κάθε παιδί που βρίσκει ασφάλεια και υποστήριξη αποτελεί μια μικρή αλλά σημαντική νίκη. Γιατί, ακόμη και ύστερα από βαθιά τραύματα, η παιδική ψυχή έχει τη δύναμη να επουλώνεται όταν της δοθεί η ευκαιρία. Αλλωστε, ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο ιερό και όμορφο σε αυτόν τον κόσμο από μια παιδική ψυχή.


