Δεύτερη επιβεβαίωση της «κυριακάτικης δημοκρατίας» για την υπερκοστολόγηση και την απευθείας ανάθεση! Ανταγωνίστρια εταιρία καταγγέλλει αμφισβητούμενες διαδικασίες και απειλεί με προσφυγές
Δεύτερη επιβεβαίωση της «κυριακάτικης δημοκρατίας» για το σκάνδαλο με το κόστος των νέων ραντάρ της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, που έχει φτάσει ήδη στα 160 εκατομμύρια ευρώ. Με βάση τα νεότερα στοιχεία που έρχονται τώρα στο φως προκύπτει ότι όντως η αρχική κοστολόγηση ήταν λιγότερη από τα μισά -76 εκατομμύρια ευρώ-, ενώ η απευθείας ανάθεση προκάλεσε και εμπλοκή από πλευράς ανταγωνίστριας εταιρίας, η οποία καταγγέλλει υπερκοστολόγηση και αδιαφάνεια…
Από τις 11 Ιανουαρίου είχαμε αποκαλύψει, μετά το πολύωρο μπλακάουτ που παρέλυσε τον εναέριο χώρο της χώρας, ότι στο θέμα της αναβάθμισης του κεντρικού συστήματος, που αποτελεί τη βασική υποδομή για τη λειτουργία του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών, είχε εμπλακεί προσωπικά ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης το 2020-2021, κατά τις συζητήσεις με τον Εμ. Μακρόν, όταν άρχισαν και οι διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία για τις φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού. Το συνολικό τίμημα για τα κύρια και συμπληρωματικά έργα καθώς και για οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να παρεμβληθεί έφτασε στα επίπεδα των 150 εκατομμυρίων ευρώ, τη στιγμή που στη διεθνή αγορά αντίστοιχα συστήματα κοστολογούνται το πολύ γύρω στα 80 εκατομμύρια ευρώ.

Η πρώτη επιβεβαίωση, όπως γράψαμε στο φύλλο της 15ης Μαρτίου, ήρθε από την ανάρτηση των πρακτικών της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της ΥΠΑ στις 18 Φεβρουαρίου 2026, το οποίο αποφάσισε να προχωρήσει σε απευθείας ανάθεση ακόμα μεγαλύτερου ποσού, σχεδόν 160 εκατ. ευρώ, για την αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Εναέριας Επιτήρησης και του Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων (DPS), με διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, καλώντας μόνο την εταιρία Thales LAS France.
Τώρα η επιβεβαίωση για τον υπερδιπλασιασμό του κόστους μέσα σε λιγότερο από τριάμισι χρόνια έρχεται από την αποκάλυψη ότι τον Οκτώβριο του 2022 το κόστος «Εκσυγχρονισμού του Συστήματος Διαχείρισης της Εναέριας Κυκλοφορίας της ΥΠΑ» είχε προϋπολογιστεί σε περίπου76 εκατ. ευρώ. Σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα» προ ημερών ανέφερε ειδικότερα ότι στις 4/10/2022 η τότε διοίκηση της υπηρεσίας, με επικεφαλής τον Γεώργιο Δριτσάκο, με την απόφαση ΚΓ/Δ6/Α 24990, ενέκρινε τη «Διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης για τον Εκσυγχρονισμό του Συστήματος Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας», ενώ είχαν προηγηθεί μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, αναβολές και καθυστερήσεις. Επίσης, με την υπ’ αριθμόν Δ19/2022 σύμφωνη γνώμη της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) εγκρίθηκε η απευθείας ανάθεση στη γαλλική Thales της προμήθειας. Ο συγκεντρωτικός προϋπολογισμός της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης ήταν 76.880.000 ευρώ.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2026 το Δ.Σ. της ΥΠΑ ενέκρινε εκ νέου την απευθείας ανάθεση στη γαλλική Thales, βάσει της από 20/8/2025 επικαιροποιημένης προσφοράς της για την «αναβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Εναέριας Επιτήρησης (Radar) και του Συστήματος Επεξεργασίας Δεδομένων (DPS) της ΥΠΑ». Μάλιστα, η έγκριση αυτή έλαβε υπόψη και τη σχετική έγκριση εκ μέρους της ΕΑΑΔΗΣΥ (Δ/133 – ΕΑΑΔΗΣΥ/2025 – 6/11/2025) για την απευθείας ανάθεση. Ομως, το συνολικό κόστος της προμήθειας αυτή τη φορά εκτοξεύτηκε στα 159.881.870,08 ευρώ. Δηλαδή, μέσα σε σχεδόν τριάμισι χρόνια το κόστος αυξήθηκε κατά 108%.
Η ΥΠΑ επικαλείται «αδήριτη ανάγκη» για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων, προκειμένου να δικαιολογήσει την απευθείας ανάθεση, αν και τις προηγούμενες τουλάχιστον δύο δεκαετίες η ελληνική αεροναυτιλία προχωρούσε βραδέως. Παρά την αύξηση της εναέριας κυκλοφορίας, οι γειτονικές χώρες έχουν ήδη αντικαταστήσει παρόμοια συστήματα, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί με παρωχημένη τεχνολογία. Μάλιστα, παρενέβη και η ανταγωνίστρια ιταλική εταιρία Leonardo, η οποία, με επιστολή διαμαρτυρίας που απέστειλε στις 16 Μαρτίου 2026 προς το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, την ΕΑΑΔΗΣΥ και το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατήγγειλε τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης που ακολούθησε η ΥΠΑ, απειλώντας και με προσφυγές στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα να έχει ήδη μπλοκάρει η διαδικασία και η όλη υπόθεση σε εξελίσσεται σε ακόμα ένα φιάσκο.




