Το Υπουργείο Εσωτερικών προωθεί ρύθμιση για «κάρτα» κατά την προσέλευση με δακτυλικά αποτυπώματα, DNA, ίριδα ματιού!
Ήταν άραγε μόνον υπερβολή; Μόνον υπερβάλλων ζήλος κάποιων «μανδαρίνων» του Υπουργείου Εσωτερικών που διεμόρφωσε την ρύθμιση η οποία θεσμοθετεί την «εισβολή» στα προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων του Δημοσίου και τούς θέτει υπό διαρκή παρακολούθηση;
Το ζήτημα έχει να κάνει με την κάρτα την οποία «κτυπούν» κατά την είσοδο και έξοδό τους οι υπάλληλοι και απεκαλύφθη όταν η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων εγνωμοδότησε υπέρ της απορρίψεώς της. Και τούτο διότι προεβλέπετο η «κάρτα» να ελέγχεται (συνεπώς και να τα έχει αποθηκευμένα) επί τη βάσει προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων, δακτυλικών αποτυπωμάτων, DNA, ίριδας ματιού κ.λπ.
Και τούτο, όπως επισημαίνει η ίδια η Αρχή, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητος με το δικαίωμα της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος, ενώ ταυτοχρόνως τούς θέτει υπό καθεστώς διαρκούς παρακολουθήσεως.
Συγκεκριμένα, στην γνωμοδότησή της αναφέρεται ότι:
«Η υπό εξέταση προτεινόμενη καθολική και υποχρεωτική χρήση βιομετρικών δεδομένων στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας μετατρέπει τη σωματική ταυτότητα των εργαζομένων σε διαρκές μέσο ελέγχου και επιτήρησης, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης, ανεξαρτήτως συγκεκριμένων ενδείξεων ή πραγματικής ανάγκης.
Η ένταση της επέμβασης αυτής υπερβαίνει τα ανεκτά όρια που τίθενται από το Ενωσιακό Δίκαιο και οδηγεί σε ουσιώδη προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εν όψει της καθολικότητας και της υποχρεωτικότητας του μέτρου.
Συναφώς, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι μέτρα τα οποία συνεπάγονται γενικευμένη και χωρίς διάκριση παρακολούθηση δύνανται, λόγω της έκτασης και της σοβαρότητας της επέμβασης που επιφέρουν, να θίγουν την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
Κατά συνέπεια, η επίμαχη ρύθμιση, υπό την παρούσα μορφή της, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τον πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».
Ειδικότερα, η Αρχή, με την Γνωμοδότηση 4/2026 της Ολομελείας της, έκρινε ότι η προτεινομένη ρύθμιση, υπό την παρούσα μορφή της, δεν είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) και το Ενωσιακό Δίκαιο και δεν θα πρέπει να υιοθετηθεί.
Περαιτέρω δε διευκρινίζει:
«Διαπιστώνεται ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ούτε η ύπαρξη ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος ούτε η απόλυτη αναγκαιότητα της επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχουν προηγουμένως εξεταστεί και τεκμηριωμένα απορριφθεί λιγότερο παρεμβατικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού.
Περαιτέρω, η καθολική και χωρίς διάκριση εφαρμογή του μέτρου στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων συνιστά δυσανάλογη και υπέρμετρη επέμβαση στα δικαιώματα, καθώς συνεπάγεται γενικευμένη επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων χωρίς διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων».
Ακόμη η Αρχή τονίζει ότι η χρήση βιομετρικών δεδομένων «μπορεί να εξεταστεί μόνο κατ’ εξαίρεση ως μέτρο ultima ratio υπό αυστηρές και περιοριστικά καθορισμένες προϋποθέσεις και κατόπιν πλήρους τεκμηρίωσης, ενώ η προτεινόμενη από το ΥΠΕΣ εναλλακτική λύση δεν συνοδεύεται από επαρκώς συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη κανονιστική πρόβλεψη που να επιτρέπει την αξιολόγηση της συμβατότητάς της με τον ΓΚΠΔ».
Θα επαναλάβουμε λοιπόν το ερώτημα:
Υποκρύπτεται κάποια σκοπιμότητα στην ρύθμιση αυτή;
Ποιοι και γιατί μπορεί να επιδιώκουν να έχουν υπό συνεχή επιτήρηση τους λειτουργούς του Δημοσίου;
Πηγή: Εφημερίδα Εστία
