Ενας από τους τελευταίους σημαντικούς της κλασικής φιλοσοφίας, επηρέασε με τη θεολογική του σκέψη τον χριστιανισμό του 5ου μ.Χ. αιώνα αλλά και τη δυτική σκέψη εν γένει
Ο Πρόκλος ήταν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, που έζησε κατά τα 410 μ.Χ. – 485 μ.Χ. και διετέλεσε διευθυντής της Αθηναϊκής Σχολής.
- Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιάς
Από τα έργα του σώθηκαν τα εξής:
– Σχόλια σε μερικά έργα του Πλάτωνα («Εις τας πολιτείες», «Τίμαιος» κ.ά).
– «Εις το πρώτον των Ευκλείδειου στοιχείων», η μοναδική φιλοσοφία των μαθηματικών που σώθηκε από την αρχαιότητα.
– Εισαγωγή στην περί κινήσεως (αριστοτελική) διδασκαλία και τη θεολογία.
– Σχόλια στους χαλδαϊκούς χρησμούς και το αστρολογικό έργο του Πτολεμαίου («Τετράβιβλος»).
Οι επτά ύμνοι στους θεούς, που είναι γραμμένοι σε εξάμετρα, ανήκουν στα πιο ωραία ελληνικά ποιήματα του είδους αυτού. Μεταξύ των έργων του, που χάθηκαν, υπήρχε και ένα σε 18 βιβλία, που αναφερόταν στον χριστιανισμό. Η προσφορά του Πρόκλου συνίσταται στην οριστική συστηματοποίηση του νεοπλατωνικού διδακτικού υλικού, που βασίζεται στις ευρύτατες γνώσεις του.
Υπήρξε ο πιο σημαντικός αντιπρόσωπος της νεότερης Νεοπλατωνικής Σχολής. Ο Πρόκλος ονομαζόταν Λύκος, γιατί είχε ανατραφεί στη Λυκία, απ’ όπου πήγε στην Αλεξάνδρεια για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του. Πριν ακόμη συμπληρώσει τα 20, πήγε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει τα μαθήματα των πιο διάσημων πλατωνικών της εποχής του, του Συριανού και του Πλουτάρχου. Με τη σιδερένια του επιμέλεια, την πολυμάθειά του, τη λογική του δεξιοτεχνία, το συστηματικό του μυαλό, τη γόνιμη δράση του ως δασκάλου και ως συγγραφέα, ο Πρόκλος δεν άργησε να διαπρέψει ανάμεσα στους νεολατινικούς, όπως ο Χρύσιππος, και ανάμεσα στους στωικούς.
Υπήρξε, ωστόσο, συγχρόνως ασκητής και θεουργός, θεωρούσε τον εαυτό του μετενσάρκωση του νεοπυθαγόρειου Νικομάχου. Πίστευε πως δέχεται αποκαλύψεις και επιδιδόταν με ανεξάντλητο ζήλο σε θρησκευτικές ασκήσεις. Συμμεριζόταν τον θρησκευτικό ενθουσιασμό της σχολής του, την πίστη και τη δεισιδαιμονία της, τον σεβασμό της στα ορφικά ποιήματα, στους Χαλδαϊκούς χρησμούς και σε παρόμοια πράγματα.
Ανέλαβε να πλάσει όλο τον κληροδοτημένο από τους προκατόχους του όγκο των θεολογικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων σε ένα ενιαίο, μεθοδικά δουλεμένο σύστημα, που χρησίμευσε αργότερα ως υπόδειγμα στη μωαμεθανική και χριστιανική σχολαστική φιλοσοφία. Τα κοινά του συστήματος του Πρόκλου με τις θεολογίες, και εδώ του ασκείται συχνά κριτική, είναι η τυπική εντέλεια, η εσωτερική δουλικότητα της νόησης και η έλλειψη πραγματικής επιστημονικής επιχειρηματολογίας και επεξεργασίας.
Ο γενικότατος νόμος που οικοδομεί το σύστημα αυτό είναι της τριαδικής ανάπτυξης. Το παράγωγο είναι από το ένα μέρος όμοιο με εκείνον που το παράγει, γιατί το δεύτερο μπορεί να παράγει το πρώτο μόνο αν του παραδώσει τον εαυτό του. Από το άλλο μέρος, όμως, το παράγωγο είναι διαφορετικό από εκείνο που το παράγει, όπως και το διαιρεμένο ενιαίο ή το παράγωγο από το αρχικό. Η παραμονή του παραγώγου σε εκείνο που το παράγει, το ξεκίνημα έξω από εκείνο και το ξαναγύρισμα σ’ αυτό (μόνη, πρόοδος, επιστροφή) είναι τα τρία κίνητρα, που, με την εξακολουθητική τους επανάληψη, αναπτύσσεται το σύνολο των όντων από την πρώτη τους αρχή.
Την πρώτη πηγή της ανάπτυξής τους μπορεί φυσικά να την αποτελέσει μόνο το πρώτο ον, που ο Πρόκλος, κατά το παράδειγμα του Πλωτίνου, το περιγράφει ως απόλυτα υψωμένο επάνω από κάθε ον και γνώμη, ψηλότερο από το ένα, αίτια χωρίς να είναι αίτια, κάτι που ούτε είναι ούτε δεν είναι. Ανάμεσα όμως σ’ αυτό το πρώτο και το νοητό, παρεμβάλλει, όπως Ιάμβλιχος, ένα διάμεσο μέλος: τις απόλυτες εννεάδες (αυτοτελείς εννεάδες), που αποτελούν τον ενιαίο, υπερούσιο αριθμό, συγχρόνως όμως χαρακτηρίζονται ύψιστα αγαθά και ως τέτοια επιδέχονται κατηγορήματα που φαίνονται πολύ προσωπικά για την αφηρημένη τους ουσία.
Επειτα από αυτά μονάχα έρχεται το έδαφος που ο Πλωτίνος το είχε προσδιορίσει για τον νου. Ο Πρόκλος το διαιρεί, ακολουθώντας έως ένα σημείο τον Πορφύριο, τον Ιάμβλιχο, τον Θεόδωρο και τον Συριανό, σε τρεις σφαίρες: το νοητό, το νοερό – νοητό (νοητόν άμα και νεορόν) και το νερό. Βασική ιδιότητα του πρώτου θεωρεί το ον, του δεύτερου τη ζωή, του τρίτου τη νόηση. Οι δύο πρώτες από αυτές τις σφαίρες διαρθρώνονται έπειτα πάλι, σύμφωνα με τις αρχές της διαίρεσης: η καθεμία σε τρεις τριάδες, η τρίτη σε επτά εβδομάδες και τα μέλη κάθε σειράς περνιούνται για θεοί και ταυτίζονται με μια από τις θεότητες της λαϊκής θρησκείας.
Οι τρεις «τάξεις» της ψυχής και οι θεοί
Η ψυχή, που η έννοιά της ορίζεται όπως στο Πλωτίνο, περιέχει τρεις τάξεις: θεϊκή, δαιμονική και ανθρώπινη. Οι θεϊκές διαιρούνται σε τρεις τάξεις: τις τέσσερις τριάδες των ηγεμονικών θεών, άλλες τόσες των ανεξάρτητων από τον κόσμο (απόλυτων) θεών και τις δύο τάξεις των εγκόσμιων θεών, τους θεούς των άστρων και τους θεούς των στοιχειών. Η αναγωγή των λαϊκών θεών σε αυτά τα μεταφυσικά όντα αναγκάζει τον Πρόκλο να διακρίνει τριπλό Δία, διπλή Κόρη, τριπλή Αθηνά. Επειτα από τους θεούς έρχονται οι δαίμονες, που διαιρούνται με περισσότερη ακρίβεια σε αγγέλους, διαμονές και ήρωες. Επειτα έρχονται οι ψυχές που κατά διαστήματα μπαίνουν σε υλικά κορμιά. Η θεωρία του είναι μπλεγμένη με πολλές δεισιδαιμονίες με τον καθιερωμένο τρόπο της εποχής.