Ένα αιματοβαμμένο χρονικό βίας και καταστολής ξεδιπλώνεται στο Ιράν, καθώς οι διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τη χώρα τις τελευταίες εβδομάδες αντιμετωπίστηκαν με πρωτοφανή αγριότητα από τις αρχές. Πίσω από τους αριθμούς, τις ανακοινώσεις και τα διεθνή δελτία ειδήσεων, υπάρχουν ανθρώπινες ιστορίες που αποτυπώνουν με ωμή καθαρότητα το μέγεθος της τραγωδίας.
Μία από αυτές είναι η ιστορία της Μαριάμ. Επιστρέφοντας στο σπίτι μετά τη συμμετοχή της σε διαμαρτυρία στην Τεχεράνη στις 8 Ιανουαρίου, ο σύζυγός της Ρεζά την αγκάλιασε για να την προστατεύσει. «Ξαφνικά, ένιωσα το χέρι μου να ελαφραίνει – στα χέρια μου είχα μόνο το σακάκι της». Η Μαριάμ είχε πυροβοληθεί θανάσιμα, χωρίς κανείς να γνωρίζει από πού προήλθε η σφαίρα. Ο Ρεζά μετέφερε το άψυχο σώμα της για μιάμιση ώρα στους δρόμους, μέχρι που εξαντλημένος κάθισε σε ένα σοκάκι. Κάτοικοι της περιοχής άνοιξαν τις πόρτες τους, έφεραν ένα λευκό σεντόνι και τύλιξαν τη Μαριάμ, σε μια σκηνή που θυμίζει εικόνες πολέμου.
Λίγες ημέρες πριν κατέβει στις διαδηλώσεις, η Μαριάμ είχε μιλήσει στα δύο της παιδιά, 7 και 14 ετών, προετοιμάζοντάς τα για το ενδεχόμενο να μη γυρίσει: «Μερικές φορές οι γονείς πηγαίνουν στις διαμαρτυρίες και δεν γυρίζουν πίσω». Και πρόσθεσε: «Το αίμα μου, και το δικό σας, δεν είναι πιο πολύτιμο από οποιουδήποτε άλλου». Τα ονόματα του Ρεζά και της Μαριάμ έχουν αλλάξει για λόγους ασφαλείας.
Η Μαριάμ είναι μία μόνο από τις χιλιάδες γυναίκες και άνδρες που βγήκαν στους δρόμους και δεν επέστρεψαν ποτέ. Σύμφωνα με το Ιρανικό Πρακτορείο Ειδήσεων για Ακτιβιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRANA), έχουν επιβεβαιωθεί τουλάχιστον 2.400 νεκροί διαδηλωτές μέσα σε τρεις εβδομάδες, ανάμεσά τους και 12 παιδιά. Ο πραγματικός αριθμός εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερος, καθώς η χώρα βρίσκεται υπό σχεδόν πλήρη διακοπή της πρόσβασης στο διαδίκτυο, που επιβλήθηκε από τις αρχές το βράδυ της Πέμπτης.
Η διεθνής ενημέρωση γίνεται με τεράστιες δυσκολίες. Ούτε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτε διεθνή μέσα έχουν πρόσβαση στο πεδίο. Το BBC Persian βασίζεται σε μαρτυρίες πολιτών που ρισκάρουν τη ζωή τους για να στείλουν πληροφορίες εκτός χώρας. Οι ιρανικές αρχές δεν έχουν δώσει επίσημο απολογισμό νεκρών, ενώ τα κρατικά μέσα αναφέρουν ότι 100 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας έχουν σκοτωθεί, κατηγορώντας διαδηλωτές –τους οποίους χαρακτηρίζουν «ταραξίες και τρομοκράτες»– για εμπρησμούς σε τζαμιά και τράπεζες. Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις 29 Δεκεμβρίου στην Τεχεράνη, μετά από απότομη κατάρρευση της αξίας του ιρανικού νομίσματος έναντι του δολαρίου.
Πολύ γρήγορα εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πόλεις και πήραν ξεκάθαρα αντικαθεστωτικό χαρακτήρα, με αιτήματα που στρέφονταν ευθέως κατά της διακυβέρνησης του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Η απάντηση ήταν βίαιη, όμως η πιο αιματηρή καταστολή σημειώθηκε την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή, όταν χιλιάδες πολίτες βγήκαν ταυτόχρονα στους δρόμους σε ολόκληρη τη χώρα.
Μαρτυρίες που έφτασαν στο BBC Persian περιγράφουν σκηνές απόλυτης φρίκης. «Η γειτονιά μας μυρίζει αίμα – σκότωσαν τόσους πολλούς», ανέφερε κάτοικος, ενώ άλλος μάρτυρας δήλωσε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας «πυροβολούσαν κυρίως σε κεφάλια και πρόσωπα». Οι διαδηλώσεις έχουν καταγραφεί και στις 31 επαρχίες, με πληροφορίες να δείχνουν ότι οι δολοφονίες σε μικρές πόλεις και κωμοπόλεις είναι εξίσου εκτεταμένες.
Στο Τονεκαμπόν, πόλη 50.000 κατοίκων στον βορρά, η 18χρονη φοιτήτρια Σορένα Γκολγκούν σκοτώθηκε την Παρασκευή, καθώς «πυροβολήθηκε στην καρδιά» προσπαθώντας να ξεφύγει από ενέδρα των δυνάμεων ασφαλείας. Στην Τεχεράνη, η 23χρονη Ρομπίνα Αμινιάν, φοιτήτρια σχεδίου μόδας που ονειρευόταν σπουδές στο Μιλάνο, έπεσε νεκρή από πυρά. Η μητέρα της ταξίδεψε έξι ώρες για να παραλάβει τη σορό και αναγκάστηκε να την θάψει μυστικά, χωρίς συγγενείς ή φίλους.
Στα θύματα περιλαμβάνονται και πολίτες που δεν συμμετείχαν σε διαδηλώσεις. Ο 24χρονος νοσοκόμος Ναβίντ Σαλεχί πυροβολήθηκε πολλαπλές φορές φεύγοντας από τη δουλειά του στο Κερμανσάχ. Πολλά πτώματα μεταφέρθηκαν στο Ιατροδικαστικό Κέντρο Kahrizak, στην Τεχεράνη. Εκεί, όπως ανέφερε ο Σαχανάντ – ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας– είδε περισσότερα από 2.000 πτώματα. Για να στείλει βίντεο στο εξωτερικό, ταξίδεψε σχεδόν 1.000 χιλιόμετρα σε παραμεθόρια περιοχή ώστε να βρει δίκτυο κινητής τηλεφωνίας.
Μια νεαρή γυναίκα, μιλώντας ανώνυμα στο BBC Persian, χαρακτήρισε τα γεγονότα «πόλεμο». Αν και οι διαδηλωτές παραμένουν «πιο ενωμένοι από ποτέ», η ίδια εγκατέλειψε τη χώρα, φοβούμενη νέο κύμα εκτελέσεων και διώξεων. «Φοβάμαι πραγματικά για το τι μπορεί να συμβεί σε όσους βρίσκονται ακόμα στο Ιράν», είπε, συνοψίζοντας τον τρόμο που πλανάται πάνω από μια κοινωνία σε ασφυξία.

