Ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος, τώρα που το πολιτικό παιχνίδι στις ΗΠΑ άλλαξε, εξοντώνει την ιστορική εφημερίδα, που είχε αγοράσει το 2013
Το μοτίβο έχει ως εξής: Ζάπλουτοι επιχειρηματίες, χωρίς καμία σχέση με τη δημοσιογραφία, αγοράζουν εφημερίδες με μοναδικό σκοπό να επεκτείνουν την πολιτική επιρροή τους. Το έκαναν ο Μέρντοχ, ο Μπερλουσκόνι, οι Ανιέλι και κάμποσοι ακόμα. Το επίσημο αφήγημα είναι πάντα άλλοι λόγοι, λιγότερο κυνικοί: Η αναγνώριση του ρόλου των εντύπων, η στήριξη της δημοκρατίας και άλλα που ακούγονται ωραία στο αυτί.
- Βασίλης Γαλούπης
Αλλά ό,τι και να λένε, το μοναδικό κίνητρο για να επενδύσουν στον Τύπο είναι ότι τους δίνει ένα έξτρα ενισχυμένο επίπεδο εξουσίας ώστε να προωθούν την ατζέντα τους. Ο Τζεφ Μπέζος, ιδρυτής της Amazon και ο δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, αγόρασε το 2013 την «Washington Post» για 250 εκατομμύρια δολάρια με σκοπό «να τη σώσει».
Εκείνη την εποχή η ιστορική εφημερίδα με τα 68 βραβεία Pulitzer αιμορραγούσε οικονομικά και ο «μεσσίας» Μπέζος εμφανίστηκε ως προστάτης της δημοσιογραφίας: «Οταν θα είμαι 90 ετών, ένα από τα πράγματα για τα οποία θα νιώθω πιο περήφανος θα είναι ότι ανέλαβα την “Washington Post” και τους βοήθησα σε μια δύσκολη περίοδο». Ανακοίνωσε ότι σκοπός του ήταν «μια νέα χρυσή εποχή για την «Washington Post». Κάποιοι τον πίστεψαν.
Οχι και ο Μπομπ Γούντγουορντ, ο θρυλικός δημοσιογράφος που ως εργαζόμενος της «Washington Post» αποκάλυψε, μαζί με τον Καρλ Μπέρνσταϊν, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ τη δεκαετία του 1970, που είχε ρωτήσει με καχυποψία τον Μπέζος ανοιχτά: «Γιατί αγόρασες την εφημερίδα;» Η απάντηση του δισεκατομμυριούχο στον Γούντγουορντ ήταν σαφής.
Ηθελε να προσφέρει την οικονομική του δύναμη στην εφημερίδα έτσι ώστε να μη χρειαστεί να απασχοληθούν ξανά με μειώσεις, συρρικνώσεις, κερδοφορίες κ.λπ. «Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσα να προσφέρω έναν οικονομικό διάδρομο στήριξης, επειδή δεν μπορεί να συνεχίσει να συρρικνώνεται η εφημερίδα. Αυτή είναι μια στρατηγική επιβίωσης, αλλά τελικά οδηγεί σε ασήμαντη αξία και στην εξαφάνιση» δεσμεύτηκε ο Μπέζος.
Εν ολίγοις, ο δισεκατομμυριούχος με τις οικονομικές του πλάτες θα έσωζε την «Washington Post», για να μην κάνει εκπτώσεις στην ποιότητά της. Αντ’ αυτού, όμως, ο Μπέζος τώρα προχωρεί σε μαζικές απολύσεις και πρακτικά διαλύει την ιστορική εφημερίδα. Την περασμένη Τετάρτη οι δημοσιογράφοι της «Washington Post» έλαβαν e-mail που ανακοίνωνε «ορισμένες σημαντικές ενέργειες». Είχαν ήδη μυριστεί ότι επρόκειτο να συμβούν μαζικές απολύσεις, αλλά δεν φαντάζονταν την κλίμακα.
Πάνω από 300 δημοσιογράφοι και υπάλληλοι διώχνονται άμεσα. Ιστορικά τμήματα της εφημερίδας, όπως το αθλητικό, κατεδαφίζονται πλήρως. Τα γραφεία σύνταξης εξωτερικού, που ήταν πάνω από 20, μειώνονται σε μόλις 12. Ακόμα και το κεντρικό podcast της εφημερίδας, το «Post Reports», κλείνει. Μετά το τέλος των ανακοινώσεων, όλοι οι έντρομοι άνθρωποι της «Washington Post» έλαβαν προσωπικά e-mails που τους ενημέρωναν εάν θα έμεναν ή θα έφευγαν.
Στο εξής η συρρικνωμένη «Washington Post» -ή ό,τι επέμεινε από αυτήν- θα επικεντρώνεται σε «πολιτική και εθνική ασφάλεια», λέει το σχέδιο. Μόνο που κανείς δεν πείθεται, αφού πολλοί από τους πιο ταλαντούχους δημοσιογράφους απολύθηκαν.
Μόλις και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024 ο Μπέζος συνέχιζε τις θριαμβευτικές του δηλώσεις για το πώς θα διασφαλίσει και θα μεγαλώσει την εφημερίδα: «Το πλεονέκτημα που προσφέρω στην “Washington Post” είναι πως, όταν χρειάζονται οικονομικούς πόρους, είμαι διαθέσιμος. Είμαι ο στοργικός γονέας της εφημερίδας». Αλλά σήμερα πρακτικά είναι ο ίδιος που τη διαλύει.
«Ο Μπέζος αγόρασε την “Washington Post” πιστεύοντας ότι θα του έδινε το κύρος που δεν μπορούσε να αποκτήσει μόνο από τα δισεκατομμύριά του» δήλωσε ο βραβευμένος δημοσιογράφος Ντέιβιντ Μαράνις, που επί 48 χρόνια εργαζόταν στην εφημερίδα: «Αλλά μετά η πολιτική κατάσταση άλλαξε. Τώρα νομίζω ότι δεν του καίγεται καρφί για την “Washington Post”».
Πρακτικά, σε αυτό συνοψίζεται η εκδοτική φιλοδοξία του Μπέζος. Ο δισεκατομμυριούχος πόνταρε ότι στην εξουσία θα παραμείνουν ή θα επιστρέψουν έπειτα από σύντομο διάλειμμα οι Δημοκρατικοί. Η διεθνούς επιρροής «Washington Post» θα του έδινε το εκτόπισμα να πιέζει για τα συμφέροντά του και να πουλάει στήριξη σε ένα πολύ συγκεκριμένο σύστημα εξουσίας. Αλλά όταν «ο κόσμος άλλαξε», δηλαδή όταν ο Τραμπ ξαναμπήκε στον Λευκό Οίκο, όπως παρατήρησε ο Μαράνις, ο Μπέζος βρέθηκε με ένα πολύ μεγάλο καράβι στα χέρια του που δεν ήξερε πώς να το στρίψει χωρίς να το φουντάρει.
Από εκεί που έγραφε ο ίδιος βαρύγδουπο τίτλο στο πρωτοσέλιδο της «Post» «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι», ο Μπέζος βρέθηκε στη δεύτερη θητεία Τραμπ να κλείνει δουλειές με αντάλλαγμα το «ξεδόντιασμα» της δημοσιογραφικής κριτικής από την εφημερίδα του. Τα στελέχη κατάλαβαν με τρόμο ότι ο Μπέζος αποφάσισε πως στο εξής τον συμφέρει καλύτερα να αφήσει την «Post» να αργοπεθαίνει, όταν πρόσφατα το FBI έκανε έφοδο στο σπίτι της δημοσιογράφου της εφημερίδας Χάνα Νάτανσον, κατάσχοντας τα τηλέφωνά της και τους φορητούς υπολογιστές. Ο Τζεφ Μπέζος δεν είπε λέξη.
Ο ιδιοκτήτης του θρυλικού εντύπου έγινε δισεκατομμυριούχος ξεκινώντας από μια start-up που έστησε στο γκαράζ του. Προφανώς και δεν ξέρει να διαχειρίζεται εξίσου καλά το πεδίο της δημοσιογραφίας ως μοχλό πολιτικής πίεσης. Εκοβε άρθρα που ασκούσαν κριτική, έκανε αλλαγές ατζαμίδικα, έδινε εντολές «χωρίς κότσια», είπε ο αρχισυντάκτης Μάρτιν Μπάρον, που επί θητείας του η εφημερίδα κέρδισε έντεκα βραβεία Πούλιτζερ.
Διστάζοντας «να παίξει το παιχνίδι», ο Μπέζος βλέπει τώρα την «Post» σαν πονοκέφαλο που του κόβει δουλειές. Και φροντίζει να την τινάξει στον αέρα, για να μην απειλεί πια κανέναν. Ο Μπέζος μπαίνει στη λίστα των πολυεκατομμυριούχων που αγόρασαν με θόρυβο ένα ιστορικό ΜΜΕ προκειμένου να το απονευρώσουν ήσυχα, μέχρι να το ευτελίσουν εντελώς…
Τζεφ Μπέζος – Επιχειρηματίας
Γεννήθηκε το 1964 στο Αλμπουκέρκι των ΗΠΑ. Σπούδασε Μηχανολογία και Πληροφορική στο Πρίνστον. Το 1990 εργάστηκε για την επενδυτική τράπεζα της Νέας Υόρκης D.E. Shaw & Co ως υπεύθυνος για την εξέταση των επενδυτικών δυνατοτήτων του διαδικτύου.
Μαθαίνοντας ότι υπήρχε τεράστια δυναμική στο ίντερνετ, παραιτήθηκε από την τράπεζα για να ανοίξει ένα εικονικό βιβλιοπωλείο, την Amazon, στήνοντας την εταιρία στο γκαράζ του σπιτιού του. Η Amazon γρήγορα έγινε ηγέτης στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Εκτός από την Amazon, ο Μπέζος ίδρυσε μια εταιρία διαστημικών πτήσεων, την Blue Origin, το 2000. Το 2013 αγόρασε την «Washington Post» και τις συνδεδεμένες εκδόσεις για 250 εκατομμύρια δολάρια. Η καθαρή περιουσία του Μπέζος υπολογίστηκε το 2024 στα 204 δισεκατομμύρια δολάρια.


